διδάσκω  Verb  [didasko, thithasko, didaskw]

Ähnliche Bedeutung wie διδάσκω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διδάσκω

... έγινε διάσημη για για την προσέγγιση του σχεδιασμού που δημοσιοποίησε και δίδασκε. Το ύφος της σχολής Μπαουχάους επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξη της σύγχρονης ...

... διδακτορικού διπλώματος. Η ετυμολογία της λέξης διδάκτωρ προέρχεται από το ρήμα «διδάσκω», ενώ άλλες προσφωνήσεις που χρησιμοποιούνται επίσης οι τίτλοι του «δόκτωρ» ...

... δημοκρατικής εποχής δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία στη Ρώμη, έτσι τα αγόρια διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, που ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich unterrichte

... Kommunikationsstil möchte ich in meiner Lernkultur aufbauen und pflegen? Welche Inhalte und welche Art von Wissenskonstruktionen möchte ich anbieten und welche ...

... (katechéo „ich unterrichte/ unterweise“) abgeleiteten Fremdwörtern. In diesem Wortfeld ist es die Vorgangsbezeichnung, bedeutet also Unterricht oder Unterweisung ...

... der k.k. Minister für den Kultus (Religionsangelegenheiten) und für den Unterricht zuständig, seit 1867 für Cisleithanien, die österreichische Reichshälfte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΔΑΣΚΩ
mathaino">I teach
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διδάσκωδιδάσκουμε, διδάσκομεδιδάσκομαιδιδασκόμαστε
διδάσκειςδιδάσκετεδιδάσκεσαιδιδάσκεστε, διδασκόσαστε
διδάσκειδιδάσκουν(ε)διδάσκεταιδιδάσκονται
Imper
fekt
δίδασκαδιδάσκαμεδιδασκόμουν(α)διδασκόμαστε, διδασκόμασταν
δίδασκεςδιδάσκατεδιδασκόσουν(α)διδασκόσαστε, διδασκόσασταν
δίδασκεδίδασκαν, διδάσκαν(ε)διδασκόταν(ε)διδάσκονταν, διδασκόντανε, διδασκόντουσαν
Aoristδίδαξαδιδάξαμεδιδάχτηκαδιδαχτήκαμε
δίδαξεςδιδάξατεδιδάχτηκεςδιδαχτήκατε
δίδαξεδίδαξαν, διδάξαν(ε)διδάχτηκεδιδάχτηκαν, διδαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω διδάξει
έχω διδαγμένο
έχουμε διδάξει
έχουμε διδαγμένο
έχω διδαχτεί
είμαι διδαγμένος, -η
έχουμε διδαχτεί
είμαστε διδαγμένοι, -ες
έχεις διδάξει
έχεις διδαγμένο
έχετε διδάξει
έχετε διδαγμένο
έχεις διδαχτεί
είσαι διδαγμένος, -η
έχετε διδαχτεί
είστε διδαγμένοι, -ες
έχει διδάξει
έχει διδαγμένο
έχουν διδάξει
έχουν διδαγμένο
έχει διδαχτεί
είναι διδαγμένος, -η, -ο
έχουν διδαχτεί
είναι διδαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διδάξει
είχα διδαγμένο
είχαμε διδάξει
είχαμε διδαγμένο
είχα διδαχτεί
ήμουν διδαγμένος, -η
είχαμε διδαχτεί
ήμαστε διδαγμένοι, -ες
είχες διδάξει
είχες διδαγμένο
είχατε διδάξει
είχατε διδαγμένο
είχες διδαχτεί
ήσουν διδαγμένος, -η
είχατε διδαχτεί
ήσαστε διδαγμένοι, -ες
είχε διδάξει
είχε διδαγμένο
είχαν διδάξει
είχαν διδαγμένο
είχε διδαχτεί
ήταν διδαγμένος, -η, -ο
είχαν διδαχτεί
ήταν διδαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διδάσκωθα διδάσκουμε, θα διδάσκομεθα διδάσκομαιθα διδασκόμαστε
θα διδάσκειςθα διδάσκετεθα διδάσκεσαιθα διδάσκεστε, θα διδασκόσαστε
θα διδάσκειθα διδάσκουν(ε)θα διδάσκεταιθα διδάσκονται
Fut
ur
θα διδάξωθα διδάξουμε, θα διδάξομεθα διδαχτώθα διδαχτούμε
θα διδάξειςθα διδάξετεθα διδαχτείςθα διδαχτείτε
θα διδάξειθα διδάξουν(ε)θα διδαχτείθα διδαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διδάξει
θα έχω διδαγμένο
θα έχουμε διδάξει
θα έχουμε διδαγμένο
θα έχω διδαχτεί
θα είμαι διδαγμένος, -η
θα έχουμε διδαχτεί
θα είμαστε διδαγμένοι, -ες
θα έχεις διδάξει
θα έχεις διδαγμένο
θα έχετε διδάξει
θα έχετε διδαγμένο
θα έχεις διδαχτεί
θα είσαι διδαγμένος, -η
θα έχετε διδαχτεί
θα είστε διδαγμένοι, -ες
θα έχει διδάξει
θα έχει διδαγμένο
θα έχουν διδάξει
θα έχουν διδαγμένο
θα έχει διδαχτεί
θα είναι διδαγμένος, -η, -ο
θα έχουν διδαχτεί
θα είναι διδαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διδάσκωνα διδάσκουμε, να διδάσκομενα διδάσκομαινα διδασκόμαστε
να διδάσκειςνα διδάσκετενα διδάσκεσαινα διδάσκεστε, να διδασκόσαστε
να διδάσκεινα διδάσκουν(ε)να διδάσκεταινα διδάσκονται
Aoristνα διδάξωνα διδάξουμε, να διδάξομενα διδαχτώνα διδαχτούμε
να διδάξειςνα διδάξετενα διδαχτείςνα διδαχτείτε
να διδάξεινα διδάξουν(ε)να διδαχτείνα διδαχτούν(ε)
Perfνα έχω διδάξει
να έχω διδαγμένο
να έχουμε διδάξει
να έχουμε διδαγμένο
να έχω διδαχτεί
να είμαι διδαγμένος, -η
να έχουμε διδαχτεί
να είμαστε διδαγμένοι, -ες
να έχεις διδάξει
να έχεις διδαγμένο
να έχετε διδάξει
να έχετε διδαγμένο
να έχεις διδαχτεί
να είσαι διδαγμένος, -η
να έχετε διδαχτεί
να είστε διδαγμένοι, -ες
να έχει διδάξει
να έχει διδαγμένο
να έχουν διδάξει
να έχουν διδαγμένο
να έχει διδαχτεί
να είναι διδαγμένος, -η, -ο
να έχουν διδαχτεί
να είναι διδαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιδάσκεδιδάσκετεδιδάσκεστε
Aoristδιδάξεδιδάξτε, διδάχτεδιδάξουδιδαχτείτε
Part
izip
Presδιδάσκοντας
Perfέχοντας διδάξει, έχοντας διδαγμένοδιδαγμένος, -η, -οδιδαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιδάξειδιδαχτεί





Person Wortform
Präsens ich lehre
du lehrst
er, sie, es lehrt
Präteritum ich lehrte
Konjunktiv II ich lehrte
Imperativ Singular lehre!
Plural lehrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelehrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lehren


Griechische Definition zu διδάσκω

διδάσκω [δiδásko] -ομαι : 1. μεταδίδω γνώσεις σε κπ., κυρίως για δάσκαλο ή για καθηγητή που ακολουθώντας μια διδακτική μέθοδο μεταδίδει σε μαθητή συστηματοποιημένες γνώσεις από έναν τομέα της επιστήμης ή της τέχνης: διδάσκω ιστορία / φυσική στο γυμνάσιο / στην τρίτη τάξη του λυκείου. Δίδαξε τους μαθητές της πρώτης τάξης το μάθημα της ιστορίας / ιστορία. Tα λατινικά δε διδάσκονται στο γυμνάσιο. Οι μαθητές δε διδάχτηκαν όλη την ύλη. Εξετάστηκαν σε διδαγμένη ύλη. ANT αδίδακτη. || Δίδαξε πολλά χρόνια σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. (απαρχ. έκφρ.) γηράσκω* αεί διδασκόμενος. ΠAΡ Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις, για κπ. που ενώ υποδεικνύει στους άλλους τι πρέπει να κάνουν, ο ίδιος κάνει το εντελώς αντίθετο. || (μπε. ως ουσ.) οι διδασκόμενοι, μαθητές, φοιτητές, σπουδαστές. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διδάσκω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15