δακρύζω  Verb  [dakrizo, thakrizo, dakryzw]

Ähnliche Bedeutung wie δακρύζω


Beispielsätze δακρύζω

... Το Τριλογία 1: Το λιβάδι που δακρύζει (2004) είναι κινηματογραφική ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Αποτελεί το πρώτο μέρος της τελευταίας ανολοκλήρωτης ...

... βλεννογόνους ιστούς του αναπνευστικού συστήματος και κάνει τα μάτια να δακρύζουν. Χρησιμοποιείται για τον έλεγχο διαδηλώσεων. Παλιότερα χρησιμοποιήθηκε ...

... ταινίες όπως "Τα παιδιά του Κρόνου", "Τοπίο στην ομίχλη", "Το λιβάδι που δακρύζει". Έπαιξε επίσης σε μια τηλεοπτική σειρά (1987, "Μπουρίνι") και στο θέατρο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weinen

... Aber im Ernst, die Episode 21 hat mich fast vor Lachen weinen lassen. ...

... Kinder weinen oft nur, um Aufmerksamkeit zu bekommen. ...

... Ich sterbe lieber, als dich weinen zu sehen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΔΑΚΡΥΖΩ
I cry
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δακρύζωδακρύζουμε, δακρύζομε
δακρύζειςδακρύζετε
δακρύζειδακρύζουν(ε)
Imper
fekt
δάκρυζαδακρύζαμε
δάκρυζεςδακρύζατε
δάκρυζεδάκρυζαν, δακρύζαν(ε)
Aoristδάκρυσαδακρύσαμε
δάκρυσεςδακρύσατε
δάκρυσεδάκρυσαν, δακρύσαν(ε)
Per
fect
έχω δακρύσειέχουμε δακρύσει
έχεις δακρύσειέχετε δακρύσει
έχει δακρύσειέχουν δακρύσει
Plu
per
fect
είχα δακρύσειείχαμε δακρύσει
είχες δακρύσειείχατε δακρύσει
είχε δακρύσειείχαν δακρύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δακρύζωθα δακρύζουμε, θα δακρύζομε
θα δακρύζειςθα δακρύζετε
θα δακρύζειθα δακρύζουν(ε)
Fut
ur
θα δακρύσωθα δακρύσουμε, θα δακρύζομε
θα δακρύσειςθα δακρύσετε
θα δακρύσειθα δακρύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δακρύσειθα έχουμε δακρύσει
θα έχεις δακρύσειθα έχετε δακρύσει
θα έχει δακρύσειθα έχουν δακρύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δακρύζωνα δακρύζουμε, να δακρύζομε
να δακρύζειςνα δακρύζετε
να δακρύζεινα δακρύζουν(ε)
Aoristνα δακρύσωνα δακρύσουμε, να δακρύσομε
να δακρύσειςνα δακρύσετε
να δακρύσεινα δακρύσουν(ε)
Perfνα έχω δακρύσεινα έχουμε δακρύσει
να έχεις δακρύσεινα έχετε δακρύσει
να έχει δακρύσεινα έχουν δακρύσει
Imper
ativ
Presδάκρυζεδακρύζετε
Aoristδάκρυσεδακρύστε
Part
izip
Presδακρύζοντας
Perfέχοντας δακρύσει
InfinAoristδακρύσει



Person Wortform
Präsens ich weine
du weinst
er, sie, es weint
Präteritum ich weinte
Konjunktiv II ich weinte
Imperativ Singular weine!
Plural weint!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geweint haben
Alle weiteren Formen: Flexion:weinen




Griechische Definition zu δακρύζω

δακρύζω [δakrízo] .1α μππ. δακρυσμένος* : 1. για δάκρυα που κυλούν από τα μάτια ως εκδήλωση ισχυρής συγκίνησης αλλά και λόγω φυσικού ή άλλου ερεθισμού: Δάκρυσε, όταν έμαθε πως… Δάκρυσα από τα γέλια. Δακρύζει το μάτι μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δακρύζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15