δέρνω  Verb  [derno, therno, dernw]

Ähnliche Bedeutung wie δέρνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze δέρνω

... για κάποιον, εκθέτοντάς τον ηθικά στην κοινωνία. «Του τινάζω τη γούνα» = Δέρνω κάποιον. «Άμε μ’ έναν που φοράει γούνα να σου δώσει να φορέσεις αμπά»= Πήγαινε ...

... «Ζαφείρα», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει». Καταγόταν από την Κωμιακή Νάξου. Αν και έπασχε από μια πάθηση των ματιών ...

... τη ευτυχία. Όμως έχουν φάει όλα τα λεφτά και εκτός της φτώχειας που τους δέρνει αλύπητα, ο Παυλάρας αρρωσταίνει και ο Πετράκης αναγκάζεται να πουλήσει κρυφά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze prügeln

... zwei Menschen sich prügeln und einer unterliegt, also „Opfer“ ist, dann kann der andere als „Täter“ betrachtet werden. Ein Nachbar kann als „Retter“ dem ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΕΡΝΩ
I beat
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δέρνωδέρνουμε, δέρνομεδέρνομαιδερνόμαστε
δέρνειςδέρνετεδέρνεσαιδέρνεστε, δερνόσαστε
δέρνειδέρνουν(ε)δέρνεταιδέρνονται
Imper
fekt
έδερναδέρναμεδερνόμουν(α)δερνόμαστε, δερνόμασταν
έδερνεςδέρνατεδερνόσουν(α)δερνόσαστε, δερνόσασταν
έδερνεέδερναν, δέρναν(ε)δερνόταν(ε)δέρνονταν, δερνόντανε, δερνόντουσαν
Aoristέδειραδείραμεδάρθηκαδαρθήκαμε
έδειρεςδείρατεδάρθηκεςδαρθήκατε
έδειρεέδειραν, δείραν(ε)δάρθηκεδάρθηκαν, δαρθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δείρει
έχω δαρμένο
έχουμε δείρει
έχουμε δαρμένο
έχω δαρθεί
είμαι δαρμένος, -η
έχουμε δαρθεί
είμαστε δαρμένοι, -ες
έχεις δείρει
έχεις δαρμένο
έχετε δείρει
έχετε δαρμένο
έχεις δαρθεί
είσαι δαρμένος, -η
έχετε δαρθεί
είστε δαρμένοι, -ες
έχει δείρει
έχει δαρμένο
έχουν δείρει
έχουν δαρμένο
έχει δαρθεί
είναι δαρμένος, -η, -ο
έχουν δαρθεί
είναι δαρμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δείρει
είχα δαρμένο
είχαμε δείρει
είχαμε δαρμένο
είχα δαρθεί
ήμουν δαρμένος, -η
είχαμε δαρθεί
ήμαστε δαρμένοι, -ες
είχες δείρει
είχες δαρμένο
είχατε δείρει
είχατε δαρμένο
είχες δαρθεί
ήσουν δαρμένος, -η
είχατε δαρθεί
ήσαστε δαρμένοι, -ες
είχε δείρει
είχε δαρμένο
είχαν δείρει
είχαν δαρμένο
είχε δαρθεί
ήταν δαρμένος, -η, -ο
είχαν δαρθεί
ήταν δαρμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δέρνωθα δέρνουμε, θα δέρνομεθα δέρνομαιθα δερνόμαστε
θα δέρνειςθα δέρνετεθα δέρνεσαιθα δέρνεστε, θα δερνόσαστε
θα δέρνειθα δέρνουν(ε)θα δέρνεταιθα δέρνονται
Fut
ur
θα δείρωθα δείρουμε, θα δείρομεθα δαρθώθα δαρθούμε
θα δείρειςθα δείρετεθα δαρθείςθα δαρθείτε
θα δείρειθα δείρουν(ε)θα δαρθείθα δαρθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δείρει
θα έχω δαρμένο
θα έχουμε δείρει
θα έχουμε δαρμένο
θα έχω δαρθεί
θα είμαι δαρμένος, -η
θα έχουμε δαρθεί
θα είμαστε δαρμένοι, -ες
θα έχεις δείρει
θα έχεις δαρμένο
θα έχετε δείρει
θα έχετε δαρμένο
θα έχεις δαρθεί
θα είσαι δαρμένος, -η
θα έχετε δαρθεί
θα είστε δαρμένοι, -ες
θα έχει δείρει
θα έχει δαρμένο
θα έχουν δείρει
θα έχουν δαρμένο
θα έχει δαρθεί
θα είναι δαρμένος, -η, -ο
θα έχουν δαρθεί
θα είναι δαρμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δέρνωνα δέρνουμε, να δέρνομενα δέρνομαινα δερνόμαστε
να δέρνειςνα δέρνετενα δέρνεσαινα δέρνεστε, να δερνόσαστε
να δέρνεινα δέρνουν(ε)να δέρνεταινα δέρνονται
Aoristνα δείρωνα δείρουμε, να δείρομενα δαρθώνα δαρθούμε
να δείρειςνα δείρετενα δαρθείςνα δαρθείτε
να δείρεινα δείρουν(ε)να δαρθείνα δαρθούν(ε)
Perfνα έχω δείρει
να έχω δαρμένο
να έχουμε δείρει
να έχουμε δαρμένο
να έχω δαρθεί
να είμαι δαρμένος, -η
να έχουμε δαρθεί
να είμαστε δαρμένοι, -ες
να έχεις δείρει
να έχεις δαρμένο
να έχετε δείρει
να έχετε δαρμένο
να έχεις δαρθεί
να είσαι δαρμένος, -η
να έχετε δαρθεί
να είστε δαρμένοι, -ες
να έχει δείρει
να έχει δαρμένο
να έχουν δείρει
να έχουν δαρμένο
να έχει δαρθεί
να είναι δαρμένος, -η, -ο
να έχουν δαρθεί
να είναι δαρμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδέρνεδέρνετεδέρνεστε
Aoristδείρεδείρετε, δείρτεδάρσουδαρθείτε
Part
izip
Presδέρνοντας
Perfέχοντας δείρει, έχοντας δαρμένοδαρμένος, -η, -οδαρμένοι, -ες, -α
InfinAoristδείρειδαρθεί










Griechische Definition zu δέρνω

δέρνω [δérno] -ομαι Ρ αόρ. έδειρα, απαρέμφ. δείρει, παθ. αόρ. δάρθηκα, απαρέμφ. δαρθεί, μππ. δαρμένος : 1α. με επαναλαμβανόμενες γρήγορες και βίαιες κινήσεις των χεριών επιφέρω χτυπήματα σε κπ., για να τον κάνω να πονέσει, για να τον πληγώσω· δίνω ξύλο: Γιατί δέρνεις το παιδί; Θα σε δείρω, αν το ξανακάνεις! Έδειρε τη γυναίκα του μέχρι αναισθησίας. Tον έδερναν όλοι μαζί. Ο δάσκαλος μας έδερνε με τη βέργα / με το λουρί. Γιατί δάρθηκαν; Mην το δέρνεις το ζώο! (έκφρ.) σαν δαρμένο σκυλί*. ΠAΡ Φταίει ο γάιδαρος* και δέρνουν το σαμάρι. || (παθ.) από πολύ μεγάλη λύπη, από απελπισία, θρηνώ, οδύρομαι: Kλαίει και δέρνεται. Mη δέρνεσαι, οι πεθαμένοι δε γυρίζουν πίσω. β. (μτφ., οικ.) νικώ κπ. σε μια αναμέτρηση, συνήθ. με μεγάλη διαφορά στο σκορ: Tον έδειρα στο τάβλι. Mας έδειραν για τα καλά οι Iταλοί στο μπάσκετ. ΦΡ γαμώ* και δέρνω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δέρνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15