βυζαίνω  Verb  [vizeno, byzainw]

Ähnliche Bedeutung wie βυζαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze stillen

... Die Sterne funkelten in der stillen Nacht. ...

... Die Sanitäter waren im Krieg die stillen Helden. ...

... Die Frauen stillen unsere Schmerzen, verdoppeln unsere Freude und verdreifachen unsere Ausgaben. Sie sollen leben! ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΒΥΖΑΙΝΩ
I suckle
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βυζαίνωβυζαίνουμε, βυζαίνομεβυζαίνομαιβυζαινόμαστε
βυζαίνειςβυζαίνετεβυζαίνεσαιβυζαίνεστε, βυζαινόσαστε
βυζαίνειβυζαίνουν(ε)βυζαίνεταιβυζαίνονται
Imper
fekt
βύζαιναβυζαίναμεβυζαινόμουν(α)βυζαινόμαστε, βυζαινόμασταν
βύζαινεςβυζαίνατεβυζαινόσουν(α)βυζαινόσαστε, βυζαινόσασταν
βύζαινεβύζαιναν, βυζαίναν(ε)βυζαινόταν(ε)βυζαίνονταν, βυζαινόντανε, βυζαινόντουσαν
Aoristβύζαξαβυζάξαμεβυζάχτηκαβυζαχτήκαμε
βύζαξεςβυζάξατεβυζάχτηκεςβυζαχτήκατε
βύζαξεβύζαξαν, βυζάξαν(ε)βυζάχτηκεβυζάχτηκαν, βυζαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω βυζάξει
έχω βυζαγμένο
έχουμε βυζάξει
έχουμε βυζαγμένο
έχω βυζαχτεί
είμαι βυζαγμένος, -η
έχουμε βυζαχτεί
είμαστε βυζαγμένοι, -ες
έχεις βυζάξει
έχεις βυζαγμένο
έχετε βυζάξει
έχετε βυζαγμένο
έχεις βυζαχτεί
είσαι βυζαγμένος, -η
έχετε βυζαχτεί
είστε βυζαγμένοι, -ες
έχει βυζάξει
έχει βυζαγμένο
έχουν βυζάξει
έχουν βυζαγμένο
έχει βυζαχτεί
είναι βυζαγμένος, -η, -ο
έχουν βυζαχτεί
είναι βυζαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βυζάξει
είχα βυζαγμένο
είχαμε βυζάξει
είχαμε βυζαγμένο
είχα βυζαχτεί
ήμουν βυζαγμένος, -η
είχαμε βυζαχτεί
ήμαστε βυζαγμένοι, -ες
είχες βυζάξει
είχες βυζαγμένο
είχατε βυζάξει
είχατε βυζαγμένο
είχες βυζαχτεί
ήσουν βυζαγμένος, -η
είχατε βυζαχτεί
ήσαστε βυζαγμένοι, -ες
είχε βυζάξει
είχε βυζαγμένο
είχαν βυζάξει
είχαν βυζαγμένο
είχε βυζαχτεί
ήταν βυζαγμένος, -η, -ο
είχαν βυζαχτεί
ήταν βυζαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βυζαίνωθα βυζαίνουμε, θα βυζαίνομεθα βυζαίνομαιθα βυζαινόμαστε
θα βυζαίνειςθα βυζαίνετεθα βυζαίνεσαιθα βυζαίνεστε, θα βυζαινόσαστε
θα βυζαίνειθα βυζαίνουν(ε)θα βυζαίνεταιθα βυζαίνονται
Fut
ur
θα βυζάξωθα βυζάξουμε, θα βυζάξομεθα βυζαχτώθα βυζαχτούμε
θα βυζάξειςθα βυζάξετεθα βυζαχτείςθα βυζαχτείτε
θα βυζάξειθα βυζάξουν(ε)θα βυζαχτείθα βυζαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βυζάξει
θα έχω βυζαγμένο
θα έχουμε βυζάξει
θα έχουμε βυζαγμένο
θα έχω βυζαχτεί
θα είμαι βυζαγμένος, -η
θα έχουμε βυζαχτεί
θα είμαστε βυζαγμένοι, -ες
θα έχεις βυζάξει
θα έχεις βυζαγμένο
θα έχετε βυζάξει
θα έχετε βυζαγμένο
θα έχεις βυζαχτεί
θα είσαι βυζαγμένος, -η
θα έχετε βυζαχτεί
θα είστε βυζαγμένοι, -ες
θα έχει βυζάξει
θα έχει βυζαγμένο
θα έχουν βυζάξει
θα έχουν βυζαγμένο
θα έχει βυζαχτεί
θα είναι βυζαγμένος, -η, -ο
θα έχουν βυζαχτεί
θα είναι βυζαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βυζαίνωνα βυζαίνουμε, να βυζαίνομενα βυζαίνομαινα βυζαινόμαστε
να βυζαίνειςνα βυζαίνετενα βυζαίνεσαινα βυζαίνεστε, να βυζαινόσαστε
να βυζαίνεινα βυζαίνουν(ε)να βυζαίνεταινα βυζαίνονται
Aoristνα βυζάξωνα βυζάξουμε, να βυζάξομενα βυζαχτώνα βυζαχτούμε
να βυζάξειςνα βυζάξετενα βυζαχτείςνα βυζαχτείτε
να βυζάξεινα βυζάξουν(ε)να βυζαχτείνα βυζαχτούν(ε)
Perfνα έχω βυζάξει
να έχω βυζαγμένο
να έχουμε βυζάξει
να έχουμε βυζαγμένο
να έχω βυζαχτεί
να είμαι βυζαγμένος, -η
να έχουμε βυζαχτεί
να είμαστε βυζαγμένοι, -ες
να έχεις βυζάξει
να έχεις βυζαγμένο
να έχετε βυζάξει
να έχετε βυζαγμένο
να έχεις βυζαχτεί
να είσαι βυζαγμένος, -η
να έχετε βυζαχτεί
να είστε βυζαγμένοι, -ες
να έχει βυζάξει
να έχει βυζαγμένο
να έχουν βυζάξει
να έχουν βυζαγμένο
να έχει βυζαχτεί
να είναι βυζαγμένος, -η, -ο
να έχουν βυζαχτεί
να είναι βυζαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβυζαίνεβυζαίνετεβυζαίνεστε
Aoristβύζαξεβυζάξτε/βυζάχτεβυζάξσουβυζαχτείτε
Part
izip
Presβυζαίνοντας
Perfέχοντας βυζάξει, έχοντας βυζαγμένοβυζαγμένος, -η, -οβυζαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristβυζάξειβυζαχτεί




Griechische Definition zu βυζαίνω

βυζαίνω [vizéno] -ομαι Ρ αόρ. βύζαξα, απαρέμφ. βυζάξει, παθ. αόρ. βυζάχτηκα, απαρέμφ. βυζαχτεί : (οικ.) 1α. (για βρέφη και νεογνά θηλαστικών) θηλάζω: Tο μωρό κλαίει, γιατί ήρθε η ώρα του να βυζάξει. Tα νεογέννητα σκυλάκια βυζαίνουν αχόρταγα. || βρίσκομαι σε περίοδο θηλασμού: Aκόμα βυζαίνει το μωρό σου; β. (μτφ.) ανατρέφομαι, γαλουχούμαι: H γενιά του ΄21 βύζαξε το γάλα της Ελευθερίας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βυζαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15