βηματίζω  Verb  [vimatizo, bhmatizw]

Ähnliche Bedeutung wie βηματίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βηματίζω

... Νύμφη που βηματίζει τόσο ανάλαφρα ώστε να δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται. Το πρώτο ανάγλυφο (αριθμός 259) παριστάνει την Νύμφη βηματίζοντας προς τα αριστερά ...

... παρουσιαστικό του οπλίτη και ίσως ομοίαζε με αυτό της στήλης του Αριστίωνος που βηματίζει προς τα δεξιά με τα δύο πέλματα να ακουμπούν στο έδαφος, ενώ στο αριστερό ...

... μέρος της δεξιάς πατούσας. Ένας άλλος άνδρας που φοράει χιτώνα και λεοντή βηματίζει με το αριστερό πόδι μπροστά. Εικονίζεται ο Δίας με την Ήρα και ο Ηρακλής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schreiten

... Sie sollen wissen, dass sich eher früher als später, erneut die weiten Alleen auftun werden, durch die der freie Mensch schreiten wird, um eine bessere Gesellschaft aufzubauen. ...

... Nicht im Augenblicke steh ich still bei so verstockten Sündern, und wer nicht mit mir schreiten will, soll meinen Schritt nicht hindern. ...

... Das große Geheimnis des Erfolges ist: Man muss durch das Leben schreiten als ein Mann, der sich nicht vernutzen und verbrauchen lässt. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΒΗΜΑΤΙΖΩ
I walk
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βηματίζωβηματίζουμε, βηματίζομε
βηματίζειςβηματίζετε
βηματίζειβηματίζουν(ε)
Imper
fekt
βημάτιζαβηματίζαμε
βημάτιζεςβηματίζατε
βημάτιζεβημάτιζαν, βηματίζαν(ε)
Aoristβημάτισαβηματίσαμε
βημάτισεςβηματίσατε
βημάτισεβημάτισαν, βηματίσαν(ε)
Per
fect
έχω βηματίσειέχουμε βηματίσει
έχεις βηματίσειέχετε βηματίσει
έχει βηματίσειέχουν βηματίσει
Plu
per
fect
είχα βηματίσειείχαμε βηματίσει
είχες βηματίσειείχατε βηματίσει
είχε βηματίσειείχαν βηματίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βηματίζωθα βηματίζουμε, θα βηματίζομε
θα βηματίζειςθα βηματίζετε
θα βηματίζειθα βηματίζουν(ε)
Fut
ur
θα βηματίσωθα βηματίσουμε, θα βηματίζομε
θα βηματίσειςθα βηματίσετε
θα βηματίσειθα βηματίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βηματίσειθα έχουμε βηματίσει
θα έχεις βηματίσειθα έχετε βηματίσει
θα έχει βηματίσειθα έχουν βηματίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βηματίζωνα βηματίζουμε, να βηματίζομε
να βηματίζειςνα βηματίζετε
να βηματίζεινα βηματίζουν(ε)
Aoristνα βηματίσωνα βηματίσουμε, να βηματίσομε
να βηματίσειςνα βηματίσετε
να βηματίσεινα βηματίσουν(ε)
Perfνα έχω βηματίσεινα έχουμε βηματίσει
να έχεις βηματίσεινα έχετε βηματίσει
να έχει βηματίσεινα έχουν βηματίσει
Imper
ativ
Presβημάτιζεβηματίζετε
Aoristβημάτισεβηματίστε
Part
izip
Presβηματίζοντας
Perfέχοντας βηματίσει
InfinAoristβηματίσει




Griechische Definition zu βηματίζω

βηματίζω [vimatízo] .1α : κάνω βήματα, περπατώ χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση και σε περιορισμένο χώρο: Bημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο δωμάτιό του.

[λόγ. < ελνστ. βηματίζω, αρχ. σημ.: `μετράω με βήματα΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βηματίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15