βελτιώνω  Verb  [veltiono, beltiwnw]

Ähnliche Bedeutung wie βελτιώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βελτιώνω

... κυπριακές ομάδες δεχόντουσαν βαριές ήττες. Στη συνέχεια τα αποτελέσματα τους βελτιώνονταν συνεχώς. Οι κυπριακές ομάδες κέρδιζαν προκρίσεις και επί ισχυρότερων ...

... το Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο ώστε να γίνει αποτελεσματικός και να βελτιώνει την ποιότητα του ποδοσφαίρου ως θέαμα. Εντούτοις, κάθε νέα αναθεώρηση ...

... Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΕΛΤΙΩΝΩ
I improve
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βελτιώνωβελτιώνουμε, βελτιώνομεβελτιώνομαιβελτιωνόμαστε
βελτιώνειςβελτιώνετεβελτιώνεσαιβελτιώνεστε, βελτιωνόσαστε
βελτιώνειβελτιώνουν(ε)βελτιώνεταιβελτιώνονται
Imper
fekt
βελτίωναβελτιώναμεβελτιωνόμουν(α)βελτιωνόμαστε, βελτιωνόμασταν
βελτίωνεςβελτιώνατεβελτιωνόσουν(α)βελτιωνόσαστε, βελτιωνόσασταν
βελτίωνεβελτίωναν, βελτιώναν(ε)βελτιωνόταν(ε)βελτιώνονταν, βελτιωνόντανε, βελτιωνόντουσαν
Aoristβελτίωσαβελτιώσαμεβελτιώθηκαβελτιωθήκαμε
βελτίωσεςβελτιώσατεβελτιώθηκεςβελτιωθήκατε
βελτίωσεβελτίωσαν, βελτιώσαν(ε)βελτιώθηκεβελτιώθηκαν, βελτιωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βελτιώσει
έχω βελτιωμένο
έχουμε βελτιώσει
έχουμε βελτιωμένο
έχω βελτιωθεί
είμαι βελτιωμένος, -η
έχουμε βελτιωθεί
είμαστε βελτιωμένοι, -ες
έχεις βελτιώσει
έχεις βελτιωμένο
έχετε βελτιώσει
έχετε βελτιωμένο
έχεις βελτιωθεί
είσαι βελτιωμένος, -η
έχετε βελτιωθεί
είστε βελτιωμένοι, -ες
έχει βελτιώσει
έχει βελτιωμένο
έχουν βελτιώσει
έχουν βελτιωμένο
έχει βελτιωθεί
είναι βελτιωμένος, -η, -ο
έχουν βελτιωθεί
είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βελτιώσει
είχα βελτιωμένο
είχαμε βελτιώσει
είχαμε βελτιωμένο
είχα βελτιωθεί
ήμουν βελτιωμένος, -η
είχαμε βελτιωθεί
ήμαστε βελτιωμένοι, -ες
είχες βελτιώσει
είχες βελτιωμένο
είχατε βελτιώσει
είχατε βελτιωμένο
είχες βελτιωθεί
ήσουν βελτιωμένος, -η
είχατε βελτιωθεί
ήσαστε βελτιωμένοι, -ες
είχε βελτιώσει
είχε βελτιωμένο
είχαν βελτιώσει
είχαν βελτιωμένο
είχε βελτιωθεί
ήταν βελτιωμένος, -η, -ο
είχαν βελτιωθεί
ήταν βελτιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βελτιώνωθα βελτιώνουμε, θα βελτιώνομεθα βελτιώνομαιθα βελτιωνόμαστε
θα βελτιώνειςθα βελτιώνετεθα βελτιώνεσαιθα βελτιώνεστε, θα βελτιωνόσαστε
θα βελτιώνειθα βελτιώνουν(ε)θα βελτιώνεταιθα βελτιώνονται
Fut
ur
θα βελτιώσωθα βελτιώσουμε, θα βελτιώσομεθα βελτιωθώθα βελτιωθούμε
θα βελτιώσειςθα βελτιώσετεθα βελτιωθείςθα βελτιωθείτε
θα βελτιώσειθα βελτιώσουνθα βελτιωθείθα βελτιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βελτιώσει
θα έχω βελτιωμένο
θα έχουμε βελτιώσει
θα έχουμε βελτιωμένο
θα έχω βελτιωθεί
θα είμαι βελτιωμένος, -η
θα έχουμε βελτιωθεί
θα είμαστε βελτιωμένοι, -ες
θα έχεις βελτιώσει
θα έχεις βελτιωμένο
θα έχετε βελτιώσει
θα έχετε βελτιωμένο
θα έχεις βελτιωθεί
θα είσαι βελτιωμένος, -η
θα έχετε βελτιωθεί
θα είστε βελτιωμένοι, -ες
θα έχει βελτιώσει
θα έχει βελτιωμένο
θα έχουν βελτιώσει
θα έχουν βελτιωμένο
θα έχει βελτιωθεί
θα είναι βελτιωμένος, -η, -ο
θα έχουν βελτιωθεί
θα είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βελτιώνωνα βελτιώνουμε, να βελτιώνομενα βελτιώνομαινα βελτιωνόμαστε
να βελτιώνειςνα βελτιώνετενα βελτιώνεσαινα βελτιώνεστε, να βελτιωνόσαστε
να βελτιώνεινα βελτιώνουν(ε)να βελτιώνεταινα βελτιώνονται
Aoristνα βελτιώσωνα βελτιώσουμε, να βελτιώσομενα βελτιωθώνα βελτιωθούμε
να βελτιώσειςνα βελτιώσετενα βελτιωθείςνα βελτιωθείτε
να βελτιώσεινα βελτιώσουν(ε)να βελτιωθείνα βελτιωθούν(ε)
Perfνα έχω βελτιώσει
να έχω βελτιωμένο
να έχουμε βελτιώσει
να έχουμε βελτιωμένο
να έχω βελτιωθεί
να είμαι βελτιωμένος, -η
να έχουμε βελτιωθεί
να είμαστε βελτιωμένοι, -ες
να έχεις βελτιώσει
να έχεις βελτιωμένο
να έχετε βελτιώσει
να έχετε βελτιωμένο
να έχεις βελτιωθεί
να είσαι βελτιωμένος, -η
να έχετε βελτιωθεί
να είστε βελτιωμένοι, -ες
να έχει βελτιώσει
να έχει βελτιωμένο
να έχουν βελτιώσει
να έχουν βελτιωμένο
να έχει βελτιωθεί
να είναι βελτιωμένος, -η, -ο
να έχουν βελτιωθεί
να είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβελτίωνεβελτιώνετεβελτιώνεστε
Aoristβελτίωσεβελτιώστε, βελτιώσετεβελτιώσουβελτιωθείτε
Part
izip
Presβελτιώνοντας
Perfέχοντας βελτιώσει, έχοντας βελτιωμένοβελτιωμένος, -η, -οβελτιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristβελτιώσειβελτιωθεί








Griechische Definition zu βελτιώνω

βελτιώνω [veltióno] -ομαι : 1. κάνω κτ. καλύτερο, το διορθώνω· καλυτερεύω: Ο αθλητής βελτίωσε την επίδοσή του. H υγεία του αρρώστου βελτιώθηκε σημαντικά. Tο περιοδικό κυκλοφόρησε σε βελτιωμένη έκδοση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βελτιώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15