βελτιώνω Verb  [veltiono, beltiwnw]

  Verb
(2)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
aufpolieren (ugs.)
(0)

Etymologie zu βελτιώνω

βελτιώνω altgriechisch βελτιόω βελτίων (συγκριτικός βαθμός του επιθέτου ἀγαθός)


GriechischDeutsch
Πάντα έλεγες βλακείες κι εγώ έπρεπε να τις βελτιώνω.Deine Sprüche waren so dumm, dass ich sie verbessern musste.

Übersetzung nicht bestätigt

Το βελτιώνω.Ich könnte ihn noch weiter verbessern.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
καλυτερεύω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu βελτιώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βελτιώνωβελτιώνουμε, βελτιώνομεβελτιώνομαιβελτιωνόμαστε
βελτιώνειςβελτιώνετεβελτιώνεσαιβελτιώνεστε, βελτιωνόσαστε
βελτιώνειβελτιώνουν(ε)βελτιώνεταιβελτιώνονται
Imper
fekt
βελτίωναβελτιώναμεβελτιωνόμουν(α)βελτιωνόμαστε, βελτιωνόμασταν
βελτίωνεςβελτιώνατεβελτιωνόσουν(α)βελτιωνόσαστε, βελτιωνόσασταν
βελτίωνεβελτίωναν, βελτιώναν(ε)βελτιωνόταν(ε)βελτιώνονταν, βελτιωνόντανε, βελτιωνόντουσαν
Aoristβελτίωσαβελτιώσαμεβελτιώθηκαβελτιωθήκαμε
βελτίωσεςβελτιώσατεβελτιώθηκεςβελτιωθήκατε
βελτίωσεβελτίωσαν, βελτιώσαν(ε)βελτιώθηκεβελτιώθηκαν, βελτιωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω βελτιώσει
έχω βελτιωμένο
έχουμε βελτιώσει
έχουμε βελτιωμένο
έχω βελτιωθεί
είμαι βελτιωμένος, -η
έχουμε βελτιωθεί
είμαστε βελτιωμένοι, -ες
έχεις βελτιώσει
έχεις βελτιωμένο
έχετε βελτιώσει
έχετε βελτιωμένο
έχεις βελτιωθεί
είσαι βελτιωμένος, -η
έχετε βελτιωθεί
είστε βελτιωμένοι, -ες
έχει βελτιώσει
έχει βελτιωμένο
έχουν βελτιώσει
έχουν βελτιωμένο
έχει βελτιωθεί
είναι βελτιωμένος, -η, -ο
έχουν βελτιωθεί
είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα βελτιώσει
είχα βελτιωμένο
είχαμε βελτιώσει
είχαμε βελτιωμένο
είχα βελτιωθεί
ήμουν βελτιωμένος, -η
είχαμε βελτιωθεί
ήμαστε βελτιωμένοι, -ες
είχες βελτιώσει
είχες βελτιωμένο
είχατε βελτιώσει
είχατε βελτιωμένο
είχες βελτιωθεί
ήσουν βελτιωμένος, -η
είχατε βελτιωθεί
ήσαστε βελτιωμένοι, -ες
είχε βελτιώσει
είχε βελτιωμένο
είχαν βελτιώσει
είχαν βελτιωμένο
είχε βελτιωθεί
ήταν βελτιωμένος, -η, -ο
είχαν βελτιωθεί
ήταν βελτιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βελτιώνωθα βελτιώνουμε, θα βελτιώνομεθα βελτιώνομαιθα βελτιωνόμαστε
θα βελτιώνειςθα βελτιώνετεθα βελτιώνεσαιθα βελτιώνεστε, θα βελτιωνόσαστε
θα βελτιώνειθα βελτιώνουν(ε)θα βελτιώνεταιθα βελτιώνονται
Fut
ur
θα βελτιώσωθα βελτιώσουμε, θα βελτιώσομεθα βελτιωθώθα βελτιωθούμε
θα βελτιώσειςθα βελτιώσετεθα βελτιωθείςθα βελτιωθείτε
θα βελτιώσειθα βελτιώσουνθα βελτιωθείθα βελτιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βελτιώσει
θα έχω βελτιωμένο
θα έχουμε βελτιώσει
θα έχουμε βελτιωμένο
θα έχω βελτιωθεί
θα είμαι βελτιωμένος, -η
θα έχουμε βελτιωθεί
θα είμαστε βελτιωμένοι, -ες
θα έχεις βελτιώσει
θα έχεις βελτιωμένο
θα έχετε βελτιώσει
θα έχετε βελτιωμένο
θα έχεις βελτιωθεί
θα είσαι βελτιωμένος, -η
θα έχετε βελτιωθεί
θα είστε βελτιωμένοι, -ες
θα έχει βελτιώσει
θα έχει βελτιωμένο
θα έχουν βελτιώσει
θα έχουν βελτιωμένο
θα έχει βελτιωθεί
θα είναι βελτιωμένος, -η, -ο
θα έχουν βελτιωθεί
θα είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βελτιώνωνα βελτιώνουμε, να βελτιώνομενα βελτιώνομαινα βελτιωνόμαστε
να βελτιώνειςνα βελτιώνετενα βελτιώνεσαινα βελτιώνεστε, να βελτιωνόσαστε
να βελτιώνεινα βελτιώνουν(ε)να βελτιώνεταινα βελτιώνονται
Aoristνα βελτιώσωνα βελτιώσουμε, να βελτιώσομενα βελτιωθώνα βελτιωθούμε
να βελτιώσειςνα βελτιώσετενα βελτιωθείςνα βελτιωθείτε
να βελτιώσεινα βελτιώσουν(ε)να βελτιωθείνα βελτιωθούν(ε)
Perfνα έχω βελτιώσει
να έχω βελτιωμένο
να έχουμε βελτιώσει
να έχουμε βελτιωμένο
να έχω βελτιωθεί
να είμαι βελτιωμένος, -η
να έχουμε βελτιωθεί
να είμαστε βελτιωμένοι, -ες
να έχεις βελτιώσει
να έχεις βελτιωμένο
να έχετε βελτιώσει
να έχετε βελτιωμένο
να έχεις βελτιωθεί
να είσαι βελτιωμένος, -η
να έχετε βελτιωθεί
να είστε βελτιωμένοι, -ες
να έχει βελτιώσει
να έχει βελτιωμένο
να έχουν βελτιώσει
να έχουν βελτιωμένο
να έχει βελτιωθεί
να είναι βελτιωμένος, -η, -ο
να έχουν βελτιωθεί
να είναι βελτιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβελτίωνεβελτιώνετεβελτιώνεστε
Aoristβελτίωσεβελτιώστε, βελτιώσετεβελτιώσουβελτιωθείτε
Part
izip
Presβελτιώνοντας
Perfέχοντας βελτιώσει, έχοντας βελτιωμένοβελτιωμένος, -η, -οβελτιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristβελτιώσειβελτιωθεί









Griechische Definition zu βελτιώνω

βελτιώνω [veltióno] -ομαι : 1. κάνω κτ. καλύτερο, το διορθώνω· καλυτερεύω: Ο αθλητής βελτίωσε την επίδοσή του. H υγεία του αρρώστου βελτιώθηκε σημαντικά. Tο περιοδικό κυκλοφόρησε σε βελτιωμένη έκδοση. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback