βάτος  

  • befahrbar
    upvotedownvote
  • Bramble
    upvotedownvote
  • Dornenstrauch
    upvotedownvote
  • Wolle
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Δήμου Κέρκυρας. Στο Βάτο ανήκουν δύο παραλίες, η Μυρτιώτισσα και οι Έρμονες, οι οποίοι πλέον έχουν καταστραφεί. Επίσης, ο Βάτος έχει δύο εκκλησίες και ...

... όρος Βάτος μπορεί να αναφέρεται: στο φυτό βατομουριά στη βιβλική μονάδα όγκου Βάτος (Μονάδα Μέτρησης) Βάτος Αιτωλοακαρνανίας Βάτος Κέρκυρας Βάτος Λασιθίου ...

... ήταν αδύνατο να βγει έξω. Παρ' ότι το φυτό είναι θηλυκό η βάτος, η ονομασία είναι ο Βάτος. Το χωριό φαίνεται να κατοικήθηκε το 10ο-11ο αιώνα, όμως αναφέρεται ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

vatos, batos


Deutsche Synonyme zu: βάτος

begehbar betretbar befahrbar erreichbar zugänglich unverstellt ohne Hindernisse frei zugänglich nicht abgesperrt offen Dornenstrauch Brombeerstrauch Wolle Haar Matte Kopfbehaarung Pelz Fell Haupthaar Kopfhaar Mähne Haare Haarpracht Haarschopf Schopf Schurwolle

Ähnliche Worte

βατός -ή -ό


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ βάτος βάτοι
Genitiv βάτου βάτων
Akkusativ βάτο βάτους
Vokativ βάτε βάτοι
συνήθως στον πληθυντικό χρησιμοποιείται
ο Plural του ταυτόσημου ουδέτερου: βάτο
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15