ατυχώ  Verb  [aticho, atyxw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie ατυχώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ατυχώ

ατυχώς

Grammatik



ΑΤΥΧΩ
epitugxano">I am unlucky
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ατυχώατυχούμε
ατυχείςατυχείτε
ατυχείατυχούν(ε)
Imper
fekt
ατυχούσαατυχούσαμε
ατυχούσεςατυχούσατε
ατυχούσεατυχούσαν(ε)
Aoristατύχησαατυχήσαμε
ατύχησεςατυχήσατε
ατύχησεάτυχησαν, ατυχήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ατυχήσειέχουμε ατυχήσει
έχεις ατυχήσειέχετε ατυχήσει
έχει ατυχήσειέχουν ατυχήσει
Plu
perf
ekt
είχα ατυχήσειείχαμε ατυχήσει
είχες ατυχήσειείχατε ατυχήσει
είχε ατυχήσειείχαν ατυχήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ατυχώθα ατυχούμε
θα ατυχείςθα ατυχείτε
θα ατυχείθα ατυχούνε
Fut
ur
θα ατυχήσωθα ατυχήσουμε
θα ατυχήσειςθα ατυχήσετε
θα ατυχήσειθα ατυχήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ατυχήσειθα έχουμε ατυχήσει
θα έχεις ατυχήσειθα έχετε ατυχήσει
θα έχει ατυχήσειθα έχουν ατυχήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ατυχώνα ατυχούμε
να ατυχείςνα ατυχείτε
να ατυχείνα ατυχούν(ε)
Aoristνα ατυχήσωνα ατυχήσουμε
να ατυχήσομε
να ατυχήσειςνα ατυχήσετε
να ατυχήσεινα ατυχήσουν(ε)
Perfνα έχω ατυχήσεινα έχουμε ατυχήσει
να έχεις ατυχήσεινα έχετε ατυχήσει
να έχει ατυχήσεινα έχουν ατυχήσει
Imper
ativ
Presατυχείτε
Aoristατύχησεατυχήστε, ατυχήσετε
Part
izip
Presατυχώντας
Perfέχοντας ατυχήσει
InfinAoristατυχήσει


Griechische Definition zu ατυχώ

ατυχώ [atixó] .9α : είμαι, αποδεικνύομαι άτυχος, αποτυχαίνω σε κτ. από κακή τύχη, μου συμβαίνει κάποια ατυχία σε κτ.: Aτύχησε στον πρώτο της γάμο και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Aτύχησαν στη ζωή.

[λόγ. < αρχ. ἀτυχῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ατυχώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15