ασύρματος -η -ο  Adj.  [asirmatos -i -o, asyrmatos -h -o]

  Adj.
(2)

GriechischDeutsch
Τα κράτη μέλη προβλέπουν ένα δικαίωμα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αμοιβή σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιοδήποτε παρουσίαση στο κοινό και προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η αμοιβή αυτή κατανέμεται μεταξύ των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων.Die Mitgliedstaaten sehen ein Recht vor, das bei Nutzung eines zu Handelszwecken veröffentlichten Tonträgers oder eines Vervielfältigungsstücks eines solchen Tonträgers für drahtlos übertragene Rundfunksendungen oder eine öffentliche Wiedergabe die Zahlung einer einzigen angemessenen Vergütung durch den Nutzer und die Aufteilung dieser Vergütung auf die ausübenden Künstler und die Tonträgerhersteller gewährleistet.

Übersetzung bestätigt

Τα κράτη μέλη προβλέπουν για τους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και την παρουσίαση στο κοινό των εκτελέσεών τους, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση αποτελεί ήδη μέρος ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής ή γίνεται από υλική ενσωμάτωση.Die Mitgliedstaaten sehen für ausübende Künstler das ausschließliche Recht vor, drahtlos übertragene Rundfunksendungen und die öffentliche Wiedergabe ihrer Darbietungen zu erlauben oder zu verbieten, es sei denn, die Darbietung ist selbst bereits eine gesendete Darbietung oder beruht auf einer Aufzeichnung.

Übersetzung bestätigt

είδος άλλης ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, WiFi, WiMax),Art der sonstigen Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, WiFi, WiMax);

Übersetzung bestätigt

είδος άλλης ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, δημόσιο WiFi, WiMax),Art der sonstigen Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, öffentliches WiFi, WiMax);

Übersetzung bestätigt

είδος ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, δημόσιο WiFi, WiMax),Art der Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, öffentliches WiFi),

Übersetzung bestätigt


Synonyme zu ασύρματος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie ασύρματος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu ασύρματος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu ασύρματος -η -ο




Griechische Definition zu ασύρματος -η -ο

ασύρματος -η -ο [asírmatos] : που γίνεται ή που λειτουργεί με ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χωρίς την ύπαρξη σύρματος ως αγωγού. ANT ενσύρματος: Aσύρματες επικοινωνίες. Aσύρματο τηλέφωνο. || (ως ουσ.) ο ασύρματος, ο ασύρματος τηλέγραφος: ασύρματος -η -ο πλοίου / αεροπλάνου / στρατιωτικής μονάδας. Εκπομπή / λήψη με τον ασύρματο.

[λόγ. α- συρματ- (σύρμα) -ος μτφρδ. αγγλ. wireless]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback