ασύρματος -η -ο  Adj.  [asirmatos -i -o, asyrmatos -h -o]

Ähnliche Bedeutung wie ασύρματος -η -ο

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο ασύρματος (maskulin)
  • η ασύρματη (feminin)
  • το ασύρματο (neutrum)


Griechische Definition zu ασύρματος -η -ο

ασύρματος -η -ο [asírmatos] : που γίνεται ή που λειτουργεί με ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χωρίς την ύπαρξη σύρματος ως αγωγού. ANT ενσύρματος: Aσύρματες επικοινωνίες. Aσύρματο τηλέφωνο. || (ως ουσ.) ο ασύρματος, ο ασύρματος τηλέγραφος: ασύρματος -η -ο πλοίου / αεροπλάνου / στρατιωτικής μονάδας. Εκπομπή / λήψη με τον ασύρματο.

[λόγ. α- 1 συρματ- (σύρμα) -ος μτφρδ. αγγλ. wireless]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ασύρματος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15