drahtlos
  Adj.

DeutschGriechisch
Die Mitgliedstaaten sehen ein Recht vor, das bei Nutzung eines zu Handelszwecken veröffentlichten Tonträgers oder eines Vervielfältigungsstücks eines solchen Tonträgers für drahtlos übertragene Rundfunksendungen oder eine öffentliche Wiedergabe die Zahlung einer einzigen angemessenen Vergütung durch den Nutzer und die Aufteilung dieser Vergütung auf die ausübenden Künstler und die Tonträgerhersteller gewährleistet.Τα κράτη μέλη προβλέπουν ένα δικαίωμα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αμοιβή σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για οποιοδήποτε παρουσίαση στο κοινό και προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η αμοιβή αυτή κατανέμεται μεταξύ των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων.

Übersetzung bestätigt

Die Mitgliedstaaten sehen für ausübende Künstler das ausschließliche Recht vor, drahtlos übertragene Rundfunksendungen und die öffentliche Wiedergabe ihrer Darbietungen zu erlauben oder zu verbieten, es sei denn, die Darbietung ist selbst bereits eine gesendete Darbietung oder beruht auf einer Aufzeichnung.Τα κράτη μέλη προβλέπουν για τους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και την παρουσίαση στο κοινό των εκτελέσεών τους, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση αποτελεί ήδη μέρος ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής ή γίνεται από υλική ενσωμάτωση.

Übersetzung bestätigt

Art der sonstigen Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, WiFi, WiMax);είδος άλλης ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, WiFi, WiMax),

Übersetzung bestätigt

Art der sonstigen Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, öffentliches WiFi, WiMax);είδος άλλης ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, δημόσιο WiFi, WiMax),

Übersetzung bestätigt

Art der Breitbandverbindung, über die der Internetzugang von zu Hause aus erfolgt: Festnetz, drahtlos (z. B. Satellit, öffentliches WiFi),είδος ευρυζωνικής σύνδεσης που χρησιμοποιείται για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι: σταθερή ασύρματη (π.χ. δορυφορική, δημόσιο WiFi, WiMax),

Übersetzung bestätigt

Deutsche Synonyme zu drahtlos

Ähnliche Wörter zu drahtlos


Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.




ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback