αρρωσταίνω  Verb  [arrosteno, arrwstainw]

Ähnliche Bedeutung wie αρρωσταίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αρρωσταίνω

... ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου ...

... Ζαχαρία ως πρίγκιπας της Αχαΐας (θα είναι ο τελευταίος). Ο Ταμερλάνος αρρωσταίνει με πυρετό ενώ ετοιμάζεται να εισβάλει στην Κίνα. Στην Ιταλία ιδρύεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze krank werden

... Wir können krank werden zu jeder Zeit. ...

... Auch du solltest etwas essen, wenn du nicht krank werden willst. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΩ
I am sick
Aktiv Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρρωσταίνωαρρωσταίνουμε, αρρωσταίνομε
αρρωσταίνειςαρρωσταίνετε
αρρωσταίνειαρρωσταίνουν(ε)
Imper
fekt
αρρώσταινααρρωσταίναμε
αρρώσταινεςαρρωσταίνατε
αρρώσταινεαρρώσταιναν, αρρωσταίναν(ε)
Aoristαρρώστησααρρωστήσαμε
αρρώστησεςαρρωστήσατε
αρρώστησεαρρώστησαν, αρρωστήσαν(ε)
Per
fect
έχω αρρωστήσει
έχω αρρωστημένο
έχουμε αρρωστήσει
έχουμε αρρωστημένο
έχεις αρρωστήσει
έχεις αρρωστημένο
έχετε αρρωστήσει
έχετε αρρωστημένο
έχει αρρωστήσει
έχει αρρωστημένο
έχουν αρρωστήσει
έχουν αρρωστημένο
Plu
per
fect
είχα αρρωστήσει
είχα αρρωστημένο
είχαμε αρρωστήσει
είχαμε αρρωστημένο
είχες αρρωστήσει
είχες αρρωστημένο
είχατε αρρωστήσει
είχατε αρρωστημένο
είχε αρρωστήσει
είχε αρρωστημένο
είχαν αρρωστήσει
είχαν αρρωστημένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρρωσταίνωθα αρρωσταίνουμε, θα αρρωσταίνομε
θα αρρωσταίνειςθα αρρωσταίνετε
θα αρρωσταίνειθα αρρωσταίνουν(ε)
Fut
ur
θα αρρωστήσωθα αρρωστήσουμε, θα αρρωστήσομε
θα αρρωστήσειςθα αρρωστήσετε
θα αρρωστήσειθα αρρωστήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρρωστήσει
θα έχω αρρωστημένο
θα έχουμε αρρωστήσει
θα έχουμε αρρωστημένο
θα έχεις αρρωστήσει
θα έχεις αρρωστημένο
θα έχετε αρρωστήσει
θα έχετε αρρωστημένο
θα έχει αρρωστήσει
θα έχει αρρωστημένο
θα έχουν αρρωστήσει
θα έχουν αρρωστημένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρρωσταίνωνα αρρωσταίνουμε, να αρρωσταίνομε
να αρρωσταίνειςνα αρρωσταίνετε
να αρρωσταίνεινα αρρωσταίνουν(ε)
Aoristνα αρρωστήσωνα αρρωστήσουμε, να αρρωστήσομε
να αρρωστήσειςνα αρρωστήσετε
να αρρωστήσεινα αρρωστήσουν(ε)
Perfνα έχω αρρωστήσει
να έχω αρρωστημένο
να έχουμε αρρωστήσει
να έχουμε αρρωστημένο
να έχεις αρρωστήσει
να έχεις αρρωστημένο
να έχετε αρρωστήσει
να έχετε αρρωστημένο
να έχει αρρωστήσει
να έχει αρρωστημένο
να έχουν αρρωστήσει
να έχουν αρρωστημένο
Imper
ativ
Presαρρώσταινεαρρωσταίνετε
Aoristαρρώστησεαρρωστήστε
Part
izip
Presαρρωσταίνοντας
Perfέχοντας αρρωστήσει, αρρωστημένος
InfinAoristαρρωστήσει




Griechische Definition zu αρρωσταίνω

αρρωσταίνω [arosténo] Ρ αόρ. αρρώστησα, απαρέμφ. αρρωστήσει, μππ. αρρωστημένος* : 1.(για άνθρ. ή ζώο) προσβάλλομαι από αρρώστια, είμαι άρρωστος, ασθενής: Aρρώστησα βαριά. Πρόσεχε την υγεία σου, γιατί θα αρρωστήσεις. || (για φυτά, καρπούς): Aρρώστησε το κλήμα / ο καπνός / η σταφίδα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αρρωσταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15