{το}  αρνητικό  Subst.  [arnitiko, arnhtiko]

{das}    Subst.
(98)
{das}    Subst.
(12)

Etymologie zu αρνητικό

αρνητικό substantiviertes Neutrum des Adjektivs: αρνητικός (Lehnübersetzung) englisch negative όρος που χρησιμοποιήθηκε von Τζον Χέρσελ (John Herschel)


GriechischDeutsch
Και μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να μετατρέψω τη διπλή άρνηση σε ένα μεγαλύτερο αρνητικό.Und es dauerte eine Weile bis mein Verstand diesen Doppel-Negativ in einen noch schrecklicheren Negativ verwandelte.

Übersetzung nicht bestätigt

Tο "Σπούτνικ" ήταν στο κέντρο, το αρνητικό."Sputnik" war in der Innenstadt, das Negativ.

Übersetzung nicht bestätigt

175 φιλμ, το 16-χιλιοστών αρνητικό μου όλα μου τα βιβλία, τα βιβλία του πατέρα μου, τα μάζευα --175 Filme, mein 16-Millimeter Negativ, all meine Bücher, die Bücher meines Vaters, Ich sammelte --

Übersetzung nicht bestätigt

Ένα αρνητικό στοιχείο είναι ότι το άνθος της Ευρώπης, οι νέοι κάτω των 25 ετών, είναι άνεργο. Σ'αυτό πρέπει δυστυχώς να προστεθεί και η διαπίστωση ότι το Ecofin αντί να προάγει την εξέλιξη την εμποδίζει.Negativ ist, daß die Blüte Europas, nämlich die Jugendlichen unter 25 Jahren, leider keine Arbeit haben, und daß leider der Ecofin-Rat hierbei eher bremsend als stimulierend wirkt.

Übersetzung bestätigt

Ως αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί το δυσανάλογα υψηλό ποσοστό χρηματοδότησης μεγάλων επιχειρήσεων.Negativ ist hingegen, dass ein unverhältnismäßig hoher Anteil der Fördermittel Großunternehmen zugute kam.

Übersetzung bestätigt


Synonyme zu αρνητικό

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αρνητικό

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αρνητικό.



Singular

Plural

Nominativ das Negativ

die Negative

Genitiv des Negativs

der Negative

Dativ dem Negativ

den Negativen

Akkusativ das Negativ

die Negative






Griechische Definition zu αρνητικό

αρνητικό [arnitikό] το, (L)

① negative, opposite, reverse (near-syn το αντίθετο, ant θετικό):
η ουσία κατά ένα μέρος είναι το αρνητικό
ⓐ adverse or unfavorable element or trait, minus (ant θετικό):
το μόνο αρνητικό |
του είπα τη γνώμη μου, τα θετικά και τ' αρνητικά (Tsirkas) |
το μεγάλο αρνητικό της Oλυμπιάδας του Λονδίνου δεν ήταν η βροχή (Chatzinikou)
② photographic image or film that reproduces the bright parts of the subject as dark areas and the dark parts as divght areas, negative:
να φυλάξομε το αρνητικό
ⓑ typogr black cdivché w. white letters
[fr kath αρνητικόν, substantiv. n of αρνητικός]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback