αποσταθεροποιώ  Verb  [apostatheropio, apostatheropoiw]

Ähnliche Bedeutung wie αποσταθεροποιώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αποσταθεροποιήσει
μετοχή (ενεστώτας)
αποσταθεροποιώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αποσταθεροποιώ αποσταθεροποιείς αποσταθεροποιεί αποσταθεροποιούμε αποσταθεροποιείτε αποσταθεροποιούν
παρατατικός αποσταθεροποιούσα αποσταθεροποιούσες αποσταθεροποιούσε αποσταθεροποιούσαμε αποσταθεροποιούσατε αποσταθεροποιούσαν
αόριστος αποσταθεροποίησα αποσταθεροποίησες αποσταθεροποίησε αποσταθεροποιήσαμε αποσταθεροποιήσατε αποσταθεροποίησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αποσταθεροποιώ θα αποσταθεροποιείς θα αποσταθεροποιεί θα αποσταθεροποιούμε θα αποσταθεροποιείτε θα αποσταθεροποιούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αποσταθεροποιήσω θα αποσταθεροποιήσεις θα αποσταθεροποιήσει θα αποσταθεροποιήσουμε θα αποσταθεροποιήσετε θα αποσταθεροποιήσουν
παρακείμενος α' έχω αποσταθεροποιήσει έχεις αποσταθεροποιήσει έχει αποσταθεροποιήσει έχουμε αποσταθεροποιήσει έχετε αποσταθεροποιήσει έχουν αποσταθεροποιήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα αποσταθεροποιήσει είχες αποσταθεροποιήσει είχε αποσταθεροποιήσει είχαμε αποσταθεροποιήσει είχατε αποσταθεροποιήσει είχαν αποσταθεροποιήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αποσταθεροποιήσει θα έχεις αποσταθεροποιήσει θα έχει αποσταθεροποιήσει θα έχουμε αποσταθεροποιήσει θα έχετε αποσταθεροποιήσει θα έχουν αποσταθεροποιήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αποσταθεροποιώ να αποσταθεροποιείς να αποσταθεροποιεί να αποσταθεροποιούμε να αποσταθεροποιείτε να αποσταθεροποιούν
αόριστος να αποσταθεροποιήσω να αποσταθεροποιήσεις να αποσταθεροποιήσει να αποσταθεροποιήσουμε να αποσταθεροποιήσετε να αποσταθεροποιήσουν
παρακείμενος α' να έχω αποσταθεροποιήσει να έχεις αποσταθεροποιήσει να έχει αποσταθεροποιήσει να έχουμε αποσταθεροποιήσει να έχετε αποσταθεροποιήσει να έχουν αποσταθεροποιήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αποσταθεροποίει αποσταθεροποιείτε
αόριστος αποσταθεροποίησε αποσταθεροποιήστε




Griechische Definition zu αποσταθεροποιώ

αποσταθεροποιώ [apostaθeropió] -ούμαι : διαταράσσω την ομαλότητα στην πολιτική, κοινωνική ή οικονομική ζωή ενός τόπου, με μια σειρά από ενέργειες που έχουν ως αποτέλεσμα να κλονίσουν μια σταθερή, παγιωμένη κατάσταση. ANT σταθεροποιώ: Ο πόλεμος στα Bαλκάνια αποσταθεροποίησε το καθεστώς που ίσχυσε τα τελευταία πενήντα χρόνια. Yπάρχει κίνδυνος να αποσταθεροποιηθεί η οικονομία μας εξαιτίας των δυσμενών διεθνών συνθηκών.

[λόγ. απο- σταθεροποιώ μτφρδ. αγγλ. destabidivze]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποσταθεροποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15