αποπειρώμαι  Verb  [apopirome, apopeirwmai]

Ähnliche Bedeutung wie αποπειρώμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αποπειρώμαι

... Δεξιά Men kan niet gapen tegen een oven Δεν χαζεύεις μπροστά στο φούρνο Αποπειρώμαι κάτι που δεν μπορώ να καταφέρω Κάτω δεξιά Niet van het ene brood tot ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze versuchen

... Kein guter Atheist wird versuchen zu beweisen, dass es Gott nicht gibt. ...

... Wir müssen immer versuchen anderen behilflich zu sein. ...

... Wie lange muss einE MusikerIn tot sein, dass ich mir Lieder anhören kann, die aus der Feder der betreffenden Person stammen, ohne dass Personen, die beschlossen haben mit dieser toten Person ihren Lebensunterhalt zu verdienen, mir versuchen zu verbieten eben selbige Musikstücke zu genießen? ...

Quelle: Zaghawa, Dejo, Zaphod

Grammatik


ΑΠΟΠΕΙΡΩΜΑΙ
I attempt
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποπειρώμαιαποπειρόμαστε, αποπειρώμεθα
αποπειράσαιαποπειράστε, αποπειράσθε
αποπειράταιαποπειρώνται
Imper
fekt
απεπειράτοαπεπειρώντο
Aoristαποπειράθηκααποπειραθήκαμε
αποπειράθηκεςαποπειραθήκατε
αποπειράθηκεαποπειράθηκαν, αποπειραθήκανε
Perf
ekt
έχω αποπειραθείέχουμε αποπειραθεί
έχεις αποπειραθείέχετε αποπειραθεί
έχει αποπειραθείέχουν αποπειραθεί
Plu
perf
ekt
είχα αποπειραθείείχαμε αποπειραθεί
είχες αποπειραθείείχατε αποπειραθεί
είχε αποπειραθείείχαν αποπειραθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποπειρώμαιθα αποπειρόμαστε, θα αποπειρώμεθα
θα αποπειράσαιθα αποπειράστε, θα αποπειράσθε
θα αποπειράταιθα αποπειρώνται
Fut
ur
θα αποπειραθώθα αποπειραθούμε
θα αποπειραθείςθα αποπειραθείτε
θα αποπειραθείθα αποπειραθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποπειραθείθα έχουμε αποπειραθεί
θα έχεις αποπειραθείθα έχετε αποπειραθεί
θα έχει αποπειραθείθα έχουν αποπειραθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποπειρώμαινα αποπειρόμαστε, να αποπειρώμεθα
να αποπειράσαινα αποπειράστε, να αποπειράσθε
να αποπειράταινα αποπειρώνται
Aoristνα αποπειραθώνα αποπειραθούμε
να αποπειραθείςνα αποπειραθείτε
να αποπειραθείνα αποπειραθούν(ε)
Perfνα έχω αποπειραθείνα έχουμε αποπειραθεί
να έχεις αποπειραθείνα έχετε αποπειραθεί
να έχει αποπειραθείνα έχουν αποπειραθεί
Imper
ativ
Pres
Aoristαποπειραθείτε
Part
izip
Presαποπειρώμενος
Perf
InfinAoristαποπειραθεί




Griechische Definition zu αποπειρώμαι

αποπειρώμαι [apopiróme] αόρ. αποπειράθηκα, απαρέμφ. αποπειραθεί : επιχειρώ, δοκιμάζω να κάνω κτ., κάνω προσπάθεια: Aποπειράθηκαν να διαρρήξουν κοσμηματοπωλείο. Aποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Aποπειράθηκαν να βιάσουν τουρίστρια. Ο σφαιροβόλος θα αποπειραθεί να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ.

[λόγ. < αρχ. ἀποπειρῶμαι `προσπαθώ να δοκιμάσω, να εξιχνιάσω΄ σημδ. γαλλ. tenter]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποπειρώμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15