απειλώ  Verb  [apilo, apeilw]

Ähnliche Bedeutung wie απειλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απειλώ

... μετά στη σημερινή Βουλγαρία και Ρουμανία φτάνοντας μέχρι το Δούναβη. Απείλησε πολλούς λαούς της περιοχής εκείνης που οι Έλληνες τότε τους ονόμαζαν γενικά ...

... ιδεολογιών μεταξύ των δύο χωρών. Δεν απειλούνταν μόνο η θέση της Βρετανίας στη διεθνή σκηνή, αφού ο Ναπολέων απειλούσε να εισβάλει και στην ίδια τη Βρετανία ...

... χρόνια πριν, πολύ πριν τον ευρωπαϊκό αποικισμό το 1788. Επειδή θεωρούνταν απειλή για την κτηνοτροφία στην Τασμανία, οι διάβολοι κυνηγιόνταν μέχρι το 1941 ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bedrohen

... Die soeben erkannten Gefahren bedrohen uns alle gleichermaßen. ...

... Weltbank gegen hohe Nahrungsmittelpreise. Essen soll bezahlbar bleiben (tagesschau.de-Archiv) Matthias Loke: Nahrungsmittelpreise bedrohen arme Länder ...

... Witze sind nicht politisch korrekt. Manche Staaten bedrohen das Erzählen solcher Witze mit Strafe. Andere Staaten lassen Witze zu, weil sich im Witz Unzufriedenheit ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΕΙΛΩ
I threaten
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απειλώαπειλούμεαπειλούμαιαπειλούμαστε
απειλείςαπειλείτεαπειλείσαιαπειλείστε
απειλείαπειλούν(ε)απειλείταιαπειλούνται
Imper
fekt
απειλούσααπειλούσαμεαπειλούμουναπειλούμαστε
απειλούσεςαπειλούσατε
απειλούσεαπειλούσαν(ε)απειλούνταν, απειλείτοαπειλούνταν, απειλούντο
Aoristαπείλησααπειλήσαμεαπειλήθηκααπειληθήκαμε
απείλησεςαπειλήσατεαπειλήθηκεςαπειληθήκατε
απείλησεαπείλησαν, απειλήσαν(ε)απειλήθηκεαπειλήθηκαν, απειληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω απειλήσει
έχω απειλημένο
έχουμε απειλήσει
έχουμε απειλημένο
έχω απειληθεί
είμαι απειλημένος, -η
έχουμε απειληθεί
είμαστε απειλημένοι, -ες
έχεις απειλήσει
έχεις απειλημένο
έχετε απειλήσει
έχετε απειλημένο
έχεις απειληθεί
είσαι απειλημένος, -η
έχετε απειληθεί
είστε απειλημένοι, -ες
έχει απειλήσει
έχει απειλημένο
έχουν απειλήσει
έχουν απειλημένο
έχει απειληθεί
είναι απειλημένος, -η, -ο
έχουν απειληθεί
είναι απειλημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα απειλήσει
είχα απειλημένο
είχαμε απειλήσει
είχαμε απειλημένο
είχα απειληθεί
ήμουν απειλημένος, -η
είχαμε απειληθεί
ήμαστε απειλημένοι, -ες
είχες απειλήσει
είχες απειλημένο
είχατε απειλήσει
είχατε απειλημένο
είχες απειληθεί
ήσουν απειλημένος, -η
είχατε απειληθεί
ήσαστε απειλημένοι, -ες
είχε απειλήσει
είχε απειλημένο
είχαν απειλήσει
είχαν απειλημένο
είχε απειληθεί
ήταν απειλημένος, -η, -ο
είχαν απειληθεί
ήταν απειλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απειλώθα απειλούμεθα απειλούμαιθα απειλούμαστε
θα απειλείςθα απειλείτεθα απειλείσαιθα απειλείστε
θα απειλείθα απειλούν(ε)θα απειλείταιθα απειλούνται
Fut
ur
θα απειλήσωθα απειλήσουμεθα απειληθώθα απειληθούμε
θα απειλήσειςθα απειλήσετεθα απειληθείςθα απειληθείτε
θα απειλήσειθα απειλήσουν(ε)θα απειληθείθα απειληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απειλήσει
θα έχω απειλημένο
θα έχουμε απειλήσει
θα έχουμε απειλημένο
θα έχω απειληθεί
θα είμαι απειλημένος, -η
θα έχουμε απειληθεί
θα είμαστε απειλημένοι, -ες
θα έχεις απειλήσει
θα έχεις απειλημένο
θα έχετε απειλήσει
θα έχετε απειλημένο
θα έχεις απειληθεί
θα είσαι απειλημένος, -η
θα έχετε απειληθεί
θα είστε απειλημένοι, -η
θα έχει απειλήσει
θα έχει απειλημένο
θα έχουν απειλήσει
θα έχουν απειλημένο
θα έχει απειληθεί
θα είναι απειλημένος, -η, -ο
θα έχουν απειληθεί
θα είναι απειλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απειλώνα απειλούμενα απειλούμαινα απειλούμαστε
να απειλείςνα απειλείτενα απειλείσαινα απειλείστε
να απειλείνα απειλούν(ε)να απειλείταινα απειλούνται
Aoristνα απειλήσωνα απειλήσουμε, να απειλήσομενα απειληθώνα απειληθούμε
να απειλήσειςνα απειλήσετενα απειληθείςνα απειληθείτε
να απειλήσεινα απειλήσουν(ε)να απειληθείνα απειληθούν(ε)
Perfνα έχω απειλήσει
να έχω απειλημένο
να έχουμε απειλήσει
να έχουμε απειλημένο
να έχω απειληθεί
να είμαι απειλημένος, -η
να έχουμε απειληθεί
να είμαστε απειλημένοι, -ες
να έχεις απειλήσει
να έχεις απειλημένο
να έχετε απειλήσει
να έχετε απειλημένο
να έχεις απειληθεί
να είσαι απειλημένος, -η
να έχετε απειληθεί
να είστε απειλημένοι, -ες
να έχει απειλήσει
να έχει απειλημένο
να έχουν απειλήσει
να έχουν απειλημένο
να έχει απειληθεί
να είναι απειλημένος, -η, -ο
να έχουν απειληθεί
να είναι απειλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπειλείτεαπειλείστε
Aoristαπείλησεαπειλήστε, απειλήσετεαπειλήσουαπειληθείτε
Part
izip
Presαπειλώνταςαπειλούμενος
Perfέχοντας απειλήσει, έχοντας απειλημένοαπειλημένος, -η, -οαπειλημένοι, -ες, -α
InfinAoristαπειλήσειαπειληθεί







Person Wortform
Präsens ich drohe
du drohst
er, sie, es droht
Präteritum ich drohte
Konjunktiv II ich drohte
Imperativ Singular drohe!
Plural droht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedroht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:drohen


Griechische Definition zu απειλώ

απειλώ [apíló] -ούμαι : 1.χρησιμοποιώ απειλές εναντίον κάποιου: Mε απειλείς; Aπειλήθηκε από αγνώστους. || Tον απείλησε με μαχαίρι. Συνέχεια τον απειλεί με απόλυση. Aπειλεί ότι θα φύγει. Aπειλεί να τον μαρτυρήσει / να τον διώξει. ΦΡ απειλώ θεούς και δαίμονες, για κπ. πολύ θυμωμένο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απειλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15