απαντώ Verb  [apanto, apantw]

  Verb
(34)
  Verb
(33)
  Verb
(0)
(0)
  Verb
(0)

GriechischDeutsch
Θέτοντας τις ερωτήσεις τις απαντώ συγχρόνως.Die Frage stellen heißt, sie zugleich zu beantworten.

Übersetzung bestätigt

Ωστόσο, για να υπάρξει χρήσιμη πληροφόρηση σε αυτό το Σώμα και στο ευρύτερο κοινό, απαντώ ευχαρίστως στις δύο ερωτήσεις που έθεσε ο αξιότιμος βουλευτής.Um jedoch dem Haus und der Öffentlichkeit einige nützliche Informationen zu geben, bin ich gern bereit, die beiden Fragen des Herrn Abgeordneten zu beantworten.

Übersetzung bestätigt

Είμαι ευγνώμων προς τους αξιότιμους βουλευτές για τις ερωτήσεις τους, τις οποίες απαντώ εξ ονόματος της συναδέλφου μου, της Επιτρόπου Wallstrφm.Ich bin den Abgeordneten für ihre Anfragen dankbar, die ich jetzt im Namen meiner Kollegin, Frau Wallström, beantworten will.

Übersetzung bestätigt

Εάν και όταν το πράξει και απαντώ στην ερώτηση θα του δώσω τη βάση για την επιστημονική άποψη σχετικά με τις συνέπειες της χρήσης του απεμπλουτισμένου ουρανίου στις συνθήκες αυτές.Wenn er dies tut, dann werde ich, um ihm seine Anfrage zu beantworten, wissenschaftliches Material bereitstellen, das die Folgen des Einsatzes von abgereichertem Uran unter diesen Bedingungen verdeutlicht.

Übersetzung bestätigt

Με αυτό πιστεύω πως απαντώ σε μία από τις ερωτήσεις του κ. Jarzembowski σχετικά με τα αποτελέσματα στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που είναι εκείνες που χρησιμοποιούν περισσότερο αυτόν τον τύπο οχημάτων.Damit glaube ich eine der Fragen von Herrn Jarzembowski über die Auswirkungen auf die kleinen und mittleren Unternehmen zu beantworten, die gerade Fahrzeuge dieser Art am häufigsten nutzen.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu απαντώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απαντάω, απαντώαπαντάμε, απαντούμεαπαντιέμαι, απαντώμαιαπαντιόμαστε, απαντόμαστε, απαντώμεθα
απαντάςαπαντάτεαπαντιέσαι, απαντάσαιαπαντιέστε, απαντιόσαστε, απαντάστε, απαντάσθε
απαντάει, απαντάαπαντάν(ε), απαντούν(ε)απαντιέται, απαντάταιαπαντιούνται, απαντιόνται, απαντώνται
Imper
fekt
απαντούσα, απάνταγααπαντούσαμε, απαντάγαμεαπαντιόμουν(α)απαντιόμαστε, απαντιόμασταν
απαντούσες, απάνταγεςαπαντούσατε, απαντάγατεαπαντιόσουν(α)απαντιόσαστε, απαντιόσασταν
απαντούσε, απάνταγεαπαντούσαν(ε), απάνταγαν, απαντάγανεαπαντιόταν(ε)απαντιόνταν(ε), απαντιούνταν, απαντιόντουσαν
Aoristαπάντησααπαντήσαμεαπαντήθηκααπαντηθήκαμε
απάντησεςαπαντήσατεαπαντήθηκεςαπαντηθήκατε
απάντησεαπάντησαν, απαντήσαν(ε)απαντήθηκεαπαντήθηκαν, απαντηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω απαντήσει
έχω απαντημένο
έχουμε απαντήσει
έχουμε απαντημένο
έχω απαντηθεί
είμαι απαντημένος, -η
έχουμε απαντηθεί
είμαστε απαντημένοι, -ες
έχεις απαντήσει
έχεις απαντημένο
έχετε απαντήσει
έχετε απαντημένο
έχεις απαντηθεί
είσαι απαντημένος, -η
έχετε απαντηθεί
είστε απαντημένοι, -ες
έχει απαντήσει
έχει απαντημένο
έχουν απαντήσει
έχουν απαντημένο
έχει απαντηθεί
είναι απαντημένος, -η, -ο
έχουν απαντηθεί
είναι απαντημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα απαντήσει
είχα απαντημένο
είχαμε απαντήσει
είχαμε απαντημένο
είχα απαντηθεί
ήμουν απαντημένος, -η
είχαμε απαντηθεί
ήμαστε απαντημένοι, -ες
είχες απαντήσει
είχες απαντημένο
είχατε απαντήσει
είχατε απαντημένο
είχες απαντηθεί
ήσουν απαντημένος, -η
είχατε απαντηθεί
ήσαστε απαντημένοι, -ες
είχε απαντήσει
είχε απαντημένο
είχαν απαντήσει
είχαν απαντημένο
είχε απαντηθεί
ήταν απαντημένος, -η, -ο
είχαν απαντηθεί
ήταν απαντημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απαντάω, θα απαντώθα απαντάμε, θα απαντούμεθα απαντιέμαι, θα απαντώμαιθα απαντιόμαστε, θα απαντόμαστε, θα απαντώμεθα
θα απαντάςθα απαντάτεθα απαντιέσαι, θα απαντάσαιθα απαντιέστε, θα απαντιόσαστε, θα απαντάστε, θα απαντάσθε
θα απαντάει, θα απαντάθα απαντάν(ε), θα απαντούν(ε)θα απαντιέται, θα απαντάταιθα απαντιούνται, θα απαντιόνται, θα απαντώνται
Fut
ur
θα απαντήσωθα απαντήσουμε, θα απαντήσομεθα απαντηθώθα απαντηθούμε
θα απαντήσειςθα απαντήσετεθα απαντηθείςθα απαντηθείτε
θα απαντήσειθα απαντήσουν(ε)θα απαντηθείθα απαντηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απαντήσει
θα έχω απαντημένο
θα έχουμε απαντήσει
θα έχουμε απαντημένο
θα έχω απαντηθεί
θα είμαι απαντημένος, -η
θα έχουμε απαντηθεί
θα είμαστε απαντημένοι, -ες
θα έχεις απαντήσει
θα έχεις απαντημένο
θα έχετε απαντήσει
θα έχετε απαντημένο
θα έχεις απαντηθεί
θα είσαι απαντημένος, -η
θα έχετε απαντηθεί
θα είστε απαντημένοι, -ες
θα έχει απαντήσει
θα έχει απαντημένο
θα έχουν απαντήσει
θα έχουν απαντημένο
θα έχει απαντηθεί
θα είναι απαντημένος, -η, -ο
θα έχουν απαντηθεί
θα είναι απαντημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απαντάω, να απαντώνα απαντάμε, να απαντούμενα απαντιέμαι, να απαντώμαινα απαντιόμαστε, να απαντόμαστε, να απαντώμεθα
να απαντάςνα απαντάτενα απαντιέσαι, να απαντάσαινα απαντιέστε, να απαντιόσαστε, να απαντάστε, να απαντάσθε
να απαντάει, να απαντάνα απαντάν(ε), να απαντούν(ε)να απαντιέται, να απαντάταινα απαντιούνται, να απαντιόνται, να απαντώνται
Aoristνα απαντήσωνα απαντήσουμε, να απαντήσομενα απαντηθώνα απαντηθούμε
να απαντήσειςνα απαντήσετενα απαντηθείςνα απαντηθείτε
να απαντήσεινα απαντήσουν(ε)να απαντηθείνα απαντηθούν(ε)
Perfνα έχω απαντήσει
να έχω απαντημένο
να έχουμε απαντήσει
να έχουμε απαντημένο
να έχω απαντηθεί
να είμαι απαντημένος, -η
να έχουμε απαντηθεί
να είμαστε απαντημένοι, -ες
να έχεις απαντήσει
να έχεις απαντημένο
να έχετε απαντήσει
να έχετε απαντημένο
να έχεις απαντηθεί
να είσαι απαντημένος, -η
να έχετε απαντηθεί
να είστε απαντημένοι, -η
να έχει απαντήσει
να έχει απαντημένο
να έχουν απαντήσει
να έχουν απαντημένο
να έχει απαντηθεί
να είναι απαντημένος, -η, -ο
να έχουν απαντηθεί
να είναι απαντημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπάντα, απάνταγεαπαντάτεαπαντιέστε, απαντάστε, απαντάσθε
Aoristαπάντησε, απάντααπαντήστεαπαντήσουαπαντηθείτε
Part
izip
Presαπαντώνταςαπαντώμενος
Perfέχοντας απαντήσει, έχοντας απαντημένοαπαντημένος, -η, -οαπαντημένοι, -ες, -α
InfinAoristαπαντήσειαπαντηθεί











Griechische Definition zu απαντώ

απαντώ· αμπαντώ· ’παντώ.

1)
α) Συναντώ:
(Iστ. Bλαχ. 1734
β) προϋπαντώ, υποδέχομαι:
εξέβη ν’ απαντήσει … τον Μερκούριον (Kορων., Mπούας 116).
2) Αποκρίνομαι (σε κ.), υπακούω:
(Δούκ. 439‑10).
3)
α) Aντιμετωπίζω (σε μάχη, σε αγώνα, κλπ.), αντικρούω:
ορίζει τον ν’ αρματωθεί, πάγει να τον ’παντήσει (Iμπ. 104
να απαντήσει αδείλιαστα του Χάρου το δρεπάνι (Λίμπον. 327
β) (σε δικαστήριο) αντικρούω (αντίδικο):
(Aσσίζ. 836
γ) διώχνω, απομακρύνω:
τον καημόν τόν έχω ν’ απαντούσι (Φαλιέρ., Iστ. 638
δ) προστατεύω, προφυλάσσω:
Εάν ήσαν αληθινοί οι θεοί …, απαντηθήν ήθελαν από την ιστίαν (Διήγ. Aλ. V 49).
4) Eμποδίζω:
Τούτα … τα σίδερα … απαντού σε; (Φαλιέρ., Iστ. 686).
5) (Aμτβ.) αντέχω:
εδιαφεντεύγετον ώσπου απάντα (Mαχ. 42420).
6)
α) Διαρκώ:
εποίκασιν πόλεμον και απάντησεν πολλήν ώραν (Mαχ. 36426
β) (προκ. για πράγμα) διατηρούμαι:
τα καρτσά … εσμίξαν τα με το χάρκωμαν ν’ απαντούν (Mαχ. 7620
γ) κρατιέμαι στη ζωή:
πόσον καιρόν ν’ απαντήσομεν, μέλλει να ’ποθάνομεν (Mαχ. 28).
7) Iκανοποιώ:
(Σουμμ., Pεμπελ. 184).
[αρχ. απαντάω. Oι τ. σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback