αξίζω Verb  [aksizo, aksizw]

(9)
taugen (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu αξίζω

αξίζω mittelgriechisch ἀξίζω altgriechisch ἄξιος


GriechischDeutsch
Εάν είμαι αρκετά χρήσιμος ώστε να απασχολούμε πλήρες ωράριο, θα αξίζω 12.5.Wenn Sie mich wirklich Vollzeit brauchen, sollte ich 12,5 wert sein.

Übersetzung nicht bestätigt

Όσο ασήμαντος και να 'μαι, αξίζω πάνω από 20 δολάρια.Selbst das Leben eines Niemand muß mehr wert sein als lumpige 20 Dollar.

Übersetzung nicht bestätigt

'Ομως, αv είσαι υπoμovετική, voμίζω πως θ' αξίζω τov κόπo.Aber wenn du Geduld hast, könnte ich das Warten wert sein.

Übersetzung nicht bestätigt

Είπε ότι μπορεί να αξίζω περισσότερα νεκρή παρά ζωντανή.Sie sagte, ich könnte tot mehr wert sein als lebendig.

Übersetzung nicht bestätigt

Θέλω το μέρος στην εντέλεια για τη δημόσια επίδειξη. Και την επόμενη μέρα, δεν θα αξίζω τίποτα και το Τάγμα του Δράκου θα φαλιρίσει.Ich möchte, dass hier alles tipptopp ist, für unsere öffentliche Vorführung, und am Tag danach, werden sie keinen Pfifferling mehr wert sein... und der Ordo Draco wird nicht einmal mehr den Kitt aus den Fenstern zu essen haben.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αξίζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αξίζωαξίζουμε, αξίζομε
αξίζειςαξίζετε
αξίζειαξίζουν(ε)
Imper
fekt
άξιζααξίζαμε
άξιζεςαξίζατε
άξιζεάξιζαν, αξίζαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αξίζωθα αξίζουμε, θα αξίζομε
θα αξίζειςθα αξίζετε
θα αξίζειθα αξίζουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να αξίζωνα αξίζουμε, να αξίζομε
να αξίζειςνα αξίζετε
να αξίζεινα αξίζουν(ε)
Imper
ativ
Presάξιζεαξίζετε
Part
izip
Presαξίζοντας





Griechische Definition zu αξίζω

αξίζω [aksízo] .1α : 1. έχω θετικές ιδιότητες, γνώσεις ή προτερήματα, έτσι ώστε να διακρίνομαι, να έχω την εκτίμηση των άλλων· έχω αξία: Είναι άνθρωπος που αξίζει. Aυτός ο δικηγόρος δεν αξίζει (τίποτε), είναι ανίκανος. Θα σου δείξω τι αξίζω. || είμαι άξιος για κτ.: Aξίζει την αγάπη μας. Aξίζαμε καλύτερη τύχη. α2. μου αξίζει κτ., είμαι άξιος για κτ., είμαι κατάλληλος, συγκεντρώνω τα προσόντα ή τις προϋποθέσεις για κτ.: Δεν του αξίζει το αξίωμα που κατέχει. Tου αξίζει ο έπαινος / κάθε συμπαράσταση. || μου ταιριάζει, μου πρέπει: Tου αξίζει η τιμωρία. Δεν του άξιζε τέτοια δυστυχία. Tου άξιζε αυτό που έπαθε, καλά να πάθει. β. για κτ. που χάρη στις ιδιότητές του ή στην ποιότητά του είναι χρήσιμο και κατάλληλο για κτ.: Aυτό το αυτοκίνητο το διαφημίζουν για πολύ καλό, στην πραγματικότητα όμως δεν αξίζει. Πολύ ωραίο σπίτι, αξίζει τα λεφτά που έδωσες. Διάβασα ένα βιβλίο που αξίζει. Δεν άξιζε τίποτα το καρπούζι που αγόρασες. Δε βρήκα στην αγορά κάτι που να αξίζει. || (απρόσ.) πρέπει: Aξίζει να πάρει άριστα, γιατί είναι πολύ καλός. Aξίζει να τον γνωρίσεις. Δεν αξίζει να ασχολείσαι με τέτοια πράγματα / να το συζητούμε. Aξίζει να σημειωθεί / να αναφέρουμε ότι… (έκφρ.) αξίζει τον κόπο, (σε προσ. και σε απρόσ. σύντ.) για κτ. αξιόλογο ή χρήσιμο, για το οποίο πρέπει να διαθέσει κανείς δυνάμεις ή οτιδήποτε άλλο: Άξιζε τον κόπο το ταξίδι που κάναμε. Δεν αξίζει τον κόπο να στενοχωριέσαι για κάτι που διορθώνεται. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback