αξίζω  Verb  [aksizo, aksizw]

Ähnliche Bedeutung wie αξίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αξίζω

... ομάδας (αυθεντικές στολές, φλιτζάνια, μπρελόκ, καπέλα, ρολόγια χειρός κτλ). Αξίζει να αναφερθεί ότι το 2012 η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, θέλοντας να κεφαλαιοποιήσει ...

... Δεκάξι χρόνια αργότερα εκδόθηκε το έργο Άδεια Καταστροφής της Ζωής που Δεν Αξίζει να Ζει (Die Freigabe der Vernichtung lebensunwerten Lebens), το οποίο έδωσε ...

... Πίστευε ότι «αληθινή δόξα είναι να κάνεις αυτό που αξίζει να γραφεί, και να γράφεις αυτό που αξίζει να διαβαστεί». Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ήταν γιος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze taugen

... Sie kosten viel, taugen aber wenig. ...

... Worte taugen für Liebende — ich will Taten sehen! ...

... Nicht alle Blumen taugen zum Sträußchen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΑΞΙΖΩ
I deserve
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αξίζωαξίζουμε, αξίζομε
αξίζειςαξίζετε
αξίζειαξίζουν(ε)
Imper
fekt
άξιζααξίζαμε
άξιζεςαξίζατε
άξιζεάξιζαν, αξίζαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αξίζωθα αξίζουμε, θα αξίζομε
θα αξίζειςθα αξίζετε
θα αξίζειθα αξίζουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να αξίζωνα αξίζουμε, να αξίζομε
να αξίζειςνα αξίζετε
να αξίζεινα αξίζουν(ε)
Imper
ativ
Presάξιζεαξίζετε
Part
izip
Presαξίζοντας



Person Wortform
Präsens ich tauge
du taugst
er, sie, es taugt
Präteritum ich taugte
Konjunktiv II ich taugte
Imperativ Singular tauge!
Plural taugt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getaugt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:taugen


Griechische Definition zu αξίζω

αξίζω [aksízo] .1α : 1. έχω θετικές ιδιότητες, γνώσεις ή προτερήματα, έτσι ώστε να διακρίνομαι, να έχω την εκτίμηση των άλλων· έχω αξία: Είναι άνθρωπος που αξίζει. Aυτός ο δικηγόρος δεν αξίζει (τίποτε), είναι ανίκανος. Θα σου δείξω τι αξίζω. || είμαι άξιος για κτ.: Aξίζει την αγάπη μας. Aξίζαμε καλύτερη τύχη. α2. μου αξίζει κτ., είμαι άξιος για κτ., είμαι κατάλληλος, συγκεντρώνω τα προσόντα ή τις προϋποθέσεις για κτ.: Δεν του αξίζει το αξίωμα που κατέχει. Tου αξίζει ο έπαινος / κάθε συμπαράσταση. || μου ταιριάζει, μου πρέπει: Tου αξίζει η τιμωρία. Δεν του άξιζε τέτοια δυστυχία. Tου άξιζε αυτό που έπαθε, καλά να πάθει. β. για κτ. που χάρη στις ιδιότητές του ή στην ποιότητά του είναι χρήσιμο και κατάλληλο για κτ.: Aυτό το αυτοκίνητο το διαφημίζουν για πολύ καλό, στην πραγματικότητα όμως δεν αξίζει. Πολύ ωραίο σπίτι, αξίζει τα λεφτά που έδωσες. Διάβασα ένα βιβλίο που αξίζει. Δεν άξιζε τίποτα το καρπούζι που αγόρασες. Δε βρήκα στην αγορά κάτι που να αξίζει. || (απρόσ.) πρέπει: Aξίζει να πάρει άριστα, γιατί είναι πολύ καλός. Aξίζει να τον γνωρίσεις. Δεν αξίζει να ασχολείσαι με τέτοια πράγματα / να το συζητούμε. Aξίζει να σημειωθεί / να αναφέρουμε ότι… (έκφρ.) αξίζει τον κόπο, (σε προσ. και σε απρόσ. σύντ.) για κτ. αξιόλογο ή χρήσιμο, για το οποίο πρέπει να διαθέσει κανείς δυνάμεις ή οτιδήποτε άλλο: Άξιζε τον κόπο το ταξίδι που κάναμε. Δεν αξίζει τον κόπο να στενοχωριέσαι για κάτι που διορθώνεται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αξίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15