αντιπαθώ  Verb  [antipatho, antipathw]

Ähnliche Bedeutung wie αντιπαθώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αντιπαθήσει
μετοχή (ενεστώτας)
αντιπαθώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αντιπαθώ αντιπαθείς αντιπαθεί αντιπαθούμε αντιπαθείτε αντιπαθούν
παρατατικός αντιπαθούσα αντιπαθούσες αντιπαθούσε αντιπαθούσαμε αντιπαθούσατε αντιπαθούσαν
αόριστος αντιπάθησα αντιπάθησες αντιπάθησε αντιπαθήσαμε αντιπαθήσατε αντιπάθησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αντιπαθώ θα αντιπαθείς θα αντιπαθεί θα αντιπαθούμε θα αντιπαθείτε θα αντιπαθούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αντιπαθήσω θα αντιπαθήσεις θα αντιπαθήσει θα αντιπαθήσουμε θα αντιπαθήσετε θα αντιπαθήσουν
παρακείμενος α' έχω αντιπαθήσει έχεις αντιπαθήσει έχει αντιπαθήσει έχουμε αντιπαθήσει έχετε αντιπαθήσει έχουν αντιπαθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα αντιπαθήσει είχες αντιπαθήσει είχε αντιπαθήσει είχαμε αντιπαθήσει είχατε αντιπαθήσει είχαν αντιπαθήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αντιπαθήσει θα έχεις αντιπαθήσει θα έχει αντιπαθήσει θα έχουμε αντιπαθήσει θα έχετε αντιπαθήσει θα έχουν αντιπαθήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αντιπαθώ να αντιπαθείς να αντιπαθεί να αντιπαθούμε να αντιπαθείτε να αντιπαθούν
αόριστος να αντιπαθήσω να αντιπαθήσεις να αντιπαθήσει να αντιπαθήσουμε να αντιπαθήσετε να αντιπαθήσουν
παρακείμενος α' να έχω αντιπαθήσει να έχεις αντιπαθήσει να έχει αντιπαθήσει να έχουμε αντιπαθήσει να έχετε αντιπαθήσει να έχουν αντιπαθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αντιπάθει αντιπαθείτε
αόριστος αντιπάθησε αντιπαθήστε


Griechische Definition zu αντιπαθώ

αντιπαθώ [antipaθó] .9α : αισθάνομαι αντιπάθεια για κπ. ή για κτ. ANT συμπαθώ: αντιπαθώ τη σχολαστικότητα / την τεμπελιά. Tον αντιπάθησα πολύ, όταν τον είδα να δέρνει τα παιδιά του.

[λόγ. < ελνστ. ἀντιπαθῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντιπαθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15