αντιδικώ  Verb  [antidiko, antithiko, antidikw]

Ähnliche Bedeutung wie αντιδικώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze streiten

... Meine Eltern streiten sich dauernd wegen Kleinigkeiten. Das regt mich so auf! ...

... Immer, wenn sie sich treffen, streiten sie sich. ...

... Sie streiten viel, aber die meiste Zeit kommen sie ganz gut miteinander aus. ...

Quelle: xtofu80, MUIRIEL, Wolf

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αντιδικήσει
μετοχή (ενεστώτας)
αντιδικώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αντιδικώ αντιδικείς αντιδικεί αντιδικούμε αντιδικείτε αντιδικούν
παρατατικός αντιδικούσα αντιδικούσες αντιδικούσε αντιδικούσαμε αντιδικούσατε αντιδικούσαν
αόριστος αντιδίκησα αντιδίκησες αντιδίκησε αντιδικήσαμε αντιδικήσατε αντιδίκησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αντιδικώ θα αντιδικείς θα αντιδικεί θα αντιδικούμε θα αντιδικείτε θα αντιδικούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αντιδικήσω θα αντιδικήσεις θα αντιδικήσει θα αντιδικήσουμε θα αντιδικήσετε θα αντιδικήσουν
παρακείμενος α' έχω αντιδικήσει έχεις αντιδικήσει έχει αντιδικήσει έχουμε αντιδικήσει έχετε αντιδικήσει έχουν αντιδικήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα αντιδικήσει είχες αντιδικήσει είχε αντιδικήσει είχαμε αντιδικήσει είχατε αντιδικήσει είχαν αντιδικήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αντιδικήσει θα έχεις αντιδικήσει θα έχει αντιδικήσει θα έχουμε αντιδικήσει θα έχετε αντιδικήσει θα έχουν αντιδικήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αντιδικώ να αντιδικείς να αντιδικεί να αντιδικούμε να αντιδικείτε να αντιδικούν
αόριστος να αντιδικήσω να αντιδικήσεις να αντιδικήσει να αντιδικήσουμε να αντιδικήσετε να αντιδικήσουν
παρακείμενος α' να έχω αντιδικήσει να έχεις αντιδικήσει να έχει αντιδικήσει να έχουμε αντιδικήσει να έχετε αντιδικήσει να έχουν αντιδικήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αντιδίκει αντιδικείτε
αόριστος αντιδίκησε αντιδικήστε




Griechische Definition zu αντιδικώ

αντιδικώ [andiδikó] .9α : βρίσκομαι σε κατάσταση αντιδικίας, έχω αντιδικία με κπ. άλλο.

[λόγ. < αρχ. ἀντιδικῶ (νομ. σημ.)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντιδικώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15