ανατριχιάζω  Verb  [anatrichiazo, anatrixiazw]

Ähnliche Bedeutung wie ανατριχιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανατριχιάζω

... ερευνητές πότε απελευθερωνόταν ντοπαμίνη, κατέγραψαν πότε οι εθελοντές ανατρίχιαζαν. Στην ίδια μελέτη έγινε χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας, η ...

... Λάσκαρη: Η Ελλάδα της πλαστής ευμάρειας με ανατρίχιαζε «Ζωή Λάσκαρη: Η Ελλάδα της πλαστής ευμάρειας με ανατρίχιαζε» (συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη), Η Καθημερινή ...

... διάρκεια του λυκόφωτος.Όταν θυμώνει αυξάνει τον όγκο της γούνας της (ανατριχιάζει),προκειμένου να τρομάξει τον αντίπαλο.Κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze mir graut

... Heinrich, mir graut vor dir. ...

... Margarete verbarg mit den Händen ihr Antlitz, wandte sich weinend ab und stieß schluchzend hervor: „Heinrich, mir graut vor dir.“ ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΩ
I shiver
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανατριχιάζωανατριχιάζουμε, ανατριχιάζομε
ανατριχιάζειςανατριχιάζετε
ανατριχιάζειανατριχιάζουν(ε)
Imper
fekt
ανατρίχιαζαανατριχιάζαμε
ανατρίχιαζεςανατριχιάζατε
ανατρίχιαζεανατρίχιαζαν, ανατριχιάζαν(ε)
Aoristανατρίχιασαανατριχιάσαμε
ανατρίχιασεςανατριχιάσατε
ανατρίχιασεανατρίχιασαν, ανατριχιάσαν(ε)
Per
fect
έχω ανατριχιάσειέχουμε ανατριχιάσει
έχεις ανατριχιάσειέχετε ανατριχιάσει
έχει ανατριχιάσειέχουν ανατριχιάσει
Plu
per
fect
είχα ανατριχιάσειείχαμε ανατριχιάσει
είχες ανατριχιάσειείχατε ανατριχιάσει
είχε ανατριχιάσειείχαν ανατριχιάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανατριχιάζωθα ανατριχιάζουμε, θα ανατριχιάζομε
θα ανατριχιάζειςθα ανατριχιάζετε
θα ανατριχιάζειθα ανατριχιάζουν(ε)
Fut
ur
θα ανατριχιάσωθα ανατριχιάσουμε, θα ανατριχιάζομε
θα ανατριχιάσειςθα ανατριχιάσετε
θα ανατριχιάσειθα ανατριχιάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανατριχιάσειθα έχουμε ανατριχιάσει
θα έχεις ανατριχιάσειθα έχετε ανατριχιάσει
θα έχει ανατριχιάσειθα έχουν ανατριχιάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανατριχιάζωνα ανατριχιάζουμε, να ανατριχιάζομε
να ανατριχιάζειςνα ανατριχιάζετε
να ανατριχιάζεινα ανατριχιάζουν(ε)
Aoristνα ανατριχιάσωνα ανατριχιάσουμε, να ανατριχιάσομε
να ανατριχιάσειςνα ανατριχιάσετε
να ανατριχιάσεινα ανατριχιάσουν(ε)
Perfνα έχω ανατριχιάσεινα έχουμε ανατριχιάσει
να έχεις ανατριχιάσεινα έχετε ανατριχιάσει
να έχει ανατριχιάσεινα έχουν ανατριχιάσει
Imper
ativ
Presανατρίχιαζεανατριχιάζετε
Aoristανατρίχιασεανατριχιάστε
Part
izip
Presανατριχιάζοντας
Perfέχοντας ανατριχιάσει
InfinAoristανατριχιάσει




Griechische Definition zu ανατριχιάζω

ανατριχιάζω [anatrixázo] .1α μππ. ανατριχιασμένος : αισθάνομαι ή έχω την εντύπωση ότι οι τρίχες του σώματός μου σηκώνονται όρθιες εξαιτίας ενός έντονου αισθήματος ή συναισθήματος, ιδίως δυσάρεστου: ανατριχιάζω από αηδία / φόβο / συγκίνηση / το κρύο. Aνατρίχιασε, όταν είδε το νεκρό. ανατριχιάζω και που το σκέφτομαι. Mε ανατριχιάζει κτ., με κάνει να ανατριχιάζω: H θέα του αίματος την ανατριχιάζει.

[μσν. ανατριχιάζω < ελνστ. ἀνάτριχ(ος) `με τα μαλλιά ορθωμένα΄ -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανατριχιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15