αναπολώ  Verb  [anapolo, anapolw]

Ähnliche Bedeutung wie αναπολώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναπολώ

... στην περιφερειακή διάλεκτο και στις ιστορίες των παλιών μεταλλωρύχων, αναπολώντας μια εποχή που δεν θα επιστρέψει ποτέ. Το Νότιο Λίμπουργκ θα αποτελεί ...

... Κλυτομήδη στην πυγμαχία. Ο Κλυτομήδης αναφέρεται στην Ιλιάδα, όπου ο Νέστορας αναπολεί τα νεανικά του κατορθώματα: «...Τον Κλυτομήδη ενίκησα στους γρόνθους Ηνοπίδην» ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze heraufbeschwören

... ein begabter Bildhauer und kann die mächtigen Geister seiner Ahnen heraufbeschwören, die ihm und vor allem Charlie immer wieder aus der Patsche helfen ...

... Erwärmung brechen einige Eisfelsen in der Arktis ab, die Tsunamis heraufbeschwören. James Maine, der bei der Küstenwache arbeitet und den Abbruch beobachtet ...

... einer Sekte, die einen Krieg zwischen Juden, Christen und Moslems heraufbeschwören will. Seine Nachforschungen werden durch die örtliche Polizei erschwert ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αναπολήσει
μετοχή (ενεστώτας)
αναπολώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αναπολώ αναπολείς αναπολεί αναπολούμε αναπολείτε αναπολούν
παρατατικός αναπολούσα αναπολούσες αναπολούσε αναπολούσαμε αναπολούσατε αναπολούσαν
αόριστος αναπόλησα αναπόλησες αναπόλησε αναπολήσαμε αναπολήσατε αναπόλησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αναπολώ θα αναπολείς θα αναπολεί θα αναπολούμε θα αναπολείτε θα αναπολούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αναπολήσω θα αναπολήσεις θα αναπολήσει θα αναπολήσουμε θα αναπολήσετε θα αναπολήσουν
παρακείμενος α' έχω αναπολήσει έχεις αναπολήσει έχει αναπολήσει έχουμε αναπολήσει έχετε αναπολήσει έχουν αναπολήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα αναπολήσει είχες αναπολήσει είχε αναπολήσει είχαμε αναπολήσει είχατε αναπολήσει είχαν αναπολήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αναπολήσει θα έχεις αναπολήσει θα έχει αναπολήσει θα έχουμε αναπολήσει θα έχετε αναπολήσει θα έχουν αναπολήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αναπολώ να αναπολείς να αναπολεί να αναπολούμε να αναπολείτε να αναπολούν
αόριστος να αναπολήσω να αναπολήσεις να αναπολήσει να αναπολήσουμε να αναπολήσετε να αναπολήσουν
παρακείμενος α' να έχω αναπολήσει να έχεις αναπολήσει να έχει αναπολήσει να έχουμε αναπολήσει να έχετε αναπολήσει να έχουν αναπολήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αναπόλει αναπολείτε
αόριστος αναπόλησε αναπολήστε




Griechische Definition zu αναπολώ

αναπολώ [anapoló] .9α : (για κτ. ευχάριστο) ξαναφέρνω στη μνήμη μου με νοσταλγία: Aναπολεί τα παιδικά του χρόνια / τις παλιές καλές μέρες. Aναπολούσε τα συμβάντα της περασμένης νύχτας.

[λόγ. < αρχ. ἀναπολῶ `θυμάμαι΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναπολώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15