ανακλώ  Verb  [anaklo, anaklw]

Ähnliche Bedeutung wie ανακλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze reflektieren

... Deine Augen reflektieren das Echo meiner Stimme. ...

... Mangelhypothese: „Die Prioritäten eines Individuums reflektieren die sozioökonomische Umwelt. Den höchsten subjektiven Wert mißt man solchen Dingen bei, ...

... Reflexion bedeutet etwa prüfendes und vergleichendes Nachdenken, Überlegen (wenn es auf eine geistige Tätigkeit bezogen ist). Das zugehörige Verb ist reflektieren ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΚΛΩ
I reflect
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανακλώανακλούμεανακλώμαιανακλόμαστε, ανακλώμεθα
ανακλάςανακλάτεανακλάσαιανακλάστε, ανακλάσθε
ανακλάανακλούν(ε)ανακλάταιανακλώνται
Imper
fekt
ανακλούσαανακλούσαμε
ανακλούσεςανακλούσατε
ανακλούσεανακλούσαν(ε)ανακλάτοανακλώντο
Aoristανάκλασαανακλάσαμεανακλάστηκαανακλαστήκαμε
ανάκλασεςανακλάσατεανακλάστηκεςανακλαστήκατε
ανάκλασεανάκλασαν, ανακλάσανεανακλάστηκεανακλάστηκαν, ανακλαστήκανε
Perf
ekt
έχω ανακλάσειέχουμε ανακλάσειέχω ανακλαστείέχουμε ανακλαστεί
έχεις ανακλάσειέχετε ανακλάσειέχεις ανακλαστείέχετε ανακλαστεί
έχει ανακλάσειέχουν ανακλάσειέχει ανακλαστείέχουν ανακλαστεί
Plu
perf
ekt
είχα ανακλάσειείχαμε ανακλάσειείχα ανακλαστείείχαμε ανακλαστεί
είχες ανακλάσειείχατε ανακλάσειείχες ανακλαστείείχατε ανακλαστεί
είχε ανακλάσειείχαν ανακλάσειείχε ανακλαστείείχαν ανακλαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανακλώθα ανακλούμεθα ανακλώμαιθα ανακλόμαστε, θα ανακλώμεθα
θα ανακλάςθα ανακλάτεθα ανακλάσαιθα ανακλάστε, θα ανακλάσθε
θα ανακλάθα ανακλούν(ε)θα ανακλάταιθα ανακλώνται
Fut
ur
θα ανακλάσωθα ανακλάσουμε, θα ανακλάσομεθα ανακλαστώθα ανακλαστούμε
θα ανακλάσειςθα ανακλάσετεθα ανακλαστείςθα ανακλαστείτε
θα ανακλάσειθα ανακλάσουν(ε)θα ανακλαστείθα ανακλαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανακλάσειθα έχουμε ανακλάσειθα έχω ανακλαστείθα έχουμε ανακλαστεί
θα έχεις ανακλάσειθα έχετε ανακλάσειθα έχεις ανακλαστείθα έχετε ανακλαστεί
θα έχει ανακλάσειθα έχουν ανακλάσειθα έχει ανακλαστείθα έχουν ανακλαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανακλώνα ανακλούμενα ανακλώμαινα ανακλόμαστε, να ανακλώμεθα
να ανακλάςνα ανακλάτενα ανακλάσαινα ανακλάστε, να ανακλάσθε
να ανακλάνα ανακλούν(ε)να ανακλάταινα ανακλώνται
Aoristνα ανακλάσωνα ανακλάσουμε, να ανακλάσομενα ανακλαστώνα ανακλαστούμε
να ανακλάσειςνα ανακλάσετενα ανακλαστείςνα ανακλαστείτε
να ανακλάσεινα ανακλάσουν(ε)να ανακλαστείνα ανακλαστούν(ε)
Perfνα έχω ανακλάσεινα έχουμε ανακλάσεινα έχω ανακλαστείνα έχουμε ανακλαστεί
να έχεις ανακλάσεινα έχετε ανακλάσεινα έχεις ανακλαστείνα έχετε ανακλαστεί
να έχει ανακλάσεινα έχουν ανακλάσεινα έχει ανακλαστείνα έχουν ανακλαστεί
Imper
ativ
Presανακλάτεανακλάστε, ανακλάσθε
Aoristανάκλασεανακλάστε, ανακλάσετεανακλάσουανακλαστείτε
Part
izip
Presανακλώνταςανακλώμενος
Perfέχοντας ανακλάσειανακλασμένος, -η, -οανακλασμένοι, -ες, -α
InfinAoristανακλάσειανακλαστεί




Griechische Definition zu ανακλώ

ανακλώ [anakló] -ώμαι αόρ. και ανέκλασα, απαρέμφ. ανακλάσει : (φυσ.) για φωτεινές ή θερμικές ακτίνες, ή για ηχητικά κύματα που αλλάζουν διεύθυνση, που προκαλούν ανάκλαση· αντανακλώ: H σελήνη ανακλά ένα μεγάλο μέρος του φωτός που δέχεται από τον ήλιο.

[λόγ. < ελνστ. ἀνακλῶ, αρχ. ἀνακλῶμαι]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανακλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15