αναθεματισμένος    [anathematismenos]

  Adj.
(8)
(0)
gottverdammt (ugs.)
  Adj.
(0)

Etymologie zu αναθεματισμένος

αναθεματισμένος Passiv Perfekt von αναθεματίζω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αναθεματισμένος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αναθεματισμένος

Ähnliche Wörter zu αναθεματισμένος

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αναθεματισμένος

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αναθεματισμένος.



Griechische Definition zu αναθεματισμένος

αναθεματισμένος1 [anaθematizménos] ο, αναθεματισμένη [anaθematizméni] η, αναθεματισμένο [anaθematizméno] το,

① person deserving anathematization, accursed or damned individual (syn ο αφορισμένος, ο καταραμένος):
μωρέ αναθεματισμένε, τι μας έκαμες! το ξεμυάλισε το παιδί η αναθεματισμένη |
αναθεματισμένος της πατρίδας (Makryg) |
αυτοί οι αναθεματισμένοι μας πήρανε στο λαιμό τους (Petsadivs-D)
ⓐ οι αναθεματισμένοι the damned
② region. (Cypr., Crete, Kephall) ο αναθεματισμένος devil, satan (syn βερζεβούλης, διάβολος, σατανάς):
όποιος βλαστημάει τον παίρνουν οι αναθεματισμένοι
[substantiv., m, f or n of αναθεματισμένος2]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback