αμπαλάρω  Verb  [abalaro, ampalarw]

Ähnliche Bedeutung wie αμπαλάρω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΑΜΠΑΛΑΡΩ
I package
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αμπαλάρωαμπαλάρουμε, αμπαλάρομεαμπαλάρομαιαμπαλαριζόμαστε
αμπαλάρειςαμπαλάρετεαμπαλάρεσαιαμπαλάρεστε, αμπαλαριζόσαστε
αμπαλάρειαμπαλάρουν(ε)αμπαλάρεταιαμπαλάρονται
Imper
fekt
αμπαλάριζααμπαλάραμεαμπαλαριζόμουν(α)αμπαλαριζόμαστε, αμπαλαριζόμασταν
αμπαλάριζεςαμπαλάρατεαμπαλαριζόσουν(α)αμπαλαριζόσαστε, αμπαλαριζόσασταν
αμπαλάριζεαμπαλάριζαν, αμπαλάραν(ε)αμπαλαριζόταν(ε)αμπαλάρονταν, αμπαλαριζόντανε, αμπαλαριζόντουσαν
Aoristαμπαλάρισααμπαλάραμεαμπαλαρίστηκααμπαλαριστήκαμε
αμπαλάρισεςαμπαλάρατεαμπαλαρίστηκεςαμπαλαριστήκατε
αμπαλάρισεαμπαλάρισαν, αμπαλάραν(ε)αμπαλαρίστηκεαμπαλαριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αμπαλάρει
έχω αμπαλαρισμένο
έχουμε αμπαλάρει
έχουμε αμπαλαρισμένο
έχω αμπαλαριστεί
είμαι αμπαλαρισμένος, -η
έχουμε αμπαλαριστεί
είμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
έχεις αμπαλάρει
έχεις αμπαλαρισμένο
έχετε αμπαλάρει
έχετε αμπαλαρισμένο
έχεις αμπαλαριστεί
είσαι αμπαλαρισμένος, -η
έχετε αμπαλαριστεί
είστε αμπαλαρισμένοι, -ες
έχει αμπαλάρει
έχει αμπαλαρισμένο
έχουν αμπαλάρει
έχουν αμπαλαρισμένο
έχει αμπαλαριστεί
είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
έχουν αμπαλαριστεί
είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αμπαλάρει
είχα αμπαλαρισμένο
είχαμε αμπαλάρει
είχαμε αμπαλαρισμένο
είχα αμπαλαριστεί
ήμουν αμπαλαρισμένος, -η
είχαμε αμπαλαριστεί
ήμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
είχες αμπαλάρει
είχες αμπαλαρισμένο
είχατε αμπαλάρει
είχατε αμπαλαρισμένο
είχες αμπαλαριστεί
ήσουν αμπαλαρισμένος, -η
είχατε αμπαλαριστεί
ήσαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
είχε αμπαλάρει
είχε αμπαλαρισμένο
είχαν αμπαλάρει
είχαν αμπαλαρισμένο
είχε αμπαλαριστεί
ήταν αμπαλαρισμένος, -η, -ο
είχαν αμπαλαριστεί
ήταν αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αμπαλάρωθα αμπαλάρουμε, θα αμπαλάρομεθα αμπαλάρομαιθα αμπαλαριζόμαστε
θα αμπαλάρειςθα αμπαλάρετεθα αμπαλάρεσαιθα αμπαλάρεστε, θα αμπαλαριζόσαστε
θα αμπαλάρειθα αμπαλάρουν(ε)θα αμπαλάρεταιθα αμπαλάρονται
Fut
ur
θα αμπαλάρωθα αμπαλάρουμε, θα αμπαλάρομεθα αμπαλαριστώθα αμπαλαριστούμε
θα αμπαλάρειςθα αμπαλάρετεθα αμπαλαριστείςθα αμπαλαριστείτε
θα αμπαλάρειθα αμπαλάρουν(ε)θα αμπαλαριστείθα αμπαλαριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αμπαλάρει
θα έχω αμπαλαρισμένο
θα έχουμε αμπαλάρει
θα έχουμε αμπαλαρισμένο
θα έχω αμπαλαριστεί
θα είμαι αμπαλαρισμένος, -η
θα έχουμε αμπαλαριστεί
θα είμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
θα έχεις αμπαλάρει
θα έχεις αμπαλαρισμένο
θα έχετε αμπαλάρει
θα έχετε αμπαλαρισμένο
θα έχεις αμπαλαριστεί
θα είσαι αμπαλαρισμένος, -η
θα έχετε αμπαλαριστεί
θα είστε αμπαλαρισμένοι, -ες
θα έχει αμπαλάρει
θα έχει αμπαλαρισμένο
θα έχουν αμπαλάρει
θα έχουν αμπαλαρισμένο
θα έχει αμπαλαριστεί
θα είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν αμπαλαριστεί
θα είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αμπαλάρωνα αμπαλάρουμε, να αμπαλάρομενα αμπαλάρομαινα αμπαλαριζόμαστε
να αμπαλάρειςνα αμπαλάρετενα αμπαλάρεσαινα αμπαλάρεστε, να αμπαλαριζόσαστε
να αμπαλάρεινα αμπαλάρουν(ε)να αμπαλάρεταινα αμπαλάρονται
Aoristνα αμπαλάρωνα αμπαλάρουμε, να αμπαλάρομενα αμπαλαριστώνα αμπαλαριστούμε
να αμπαλάρειςνα αμπαλάρετενα αμπαλαριστείςνα αμπαλαριστείτε
να αμπαλάρεινα αμπαλάρουν(ε)να αμπαλαριστείνα αμπαλαριστούν(ε)
Perfνα έχω αμπαλάρει
να έχω αμπαλαρισμένο
να έχουμε αμπαλάρει
να έχουμε αμπαλαρισμένο
να έχω αμπαλαριστεί
να είμαι αμπαλαρισμένος, -η
να έχουμε αμπαλαριστεί
να είμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
να έχεις αμπαλάρει
να έχεις αμπαλαρισμένο
να έχετε αμπαλάρει
να έχετε αμπαλαρισμένο
να έχεις αμπαλαριστεί
να είσαι αμπαλαρισμένος, -η
να έχετε αμπαλαριστεί
να είστε αμπαλαρισμένοι, -ες
να έχει αμπαλάρει
να έχει αμπαλαρισμένο
να έχουν αμπαλάρει
να έχουν αμπαλαρισμένο
να έχει αμπαλαριστεί
να είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
να έχουν αμπαλαριστεί
να είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαμπαλάριζεαμπαλάρετεαμπαλάρεστε
Aoristαμπαλάρισεαμπαλάρετεαμπαλαρίσουαμπαλαριστείτε
Part
izip
Presαμπαλάροντας
Perfέχοντας αμπαλάρει, έχοντας αμπαλαρισμένοαμπαλαρισμένος, -η, -οαμπαλαρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαμπαλάρειαμπαλαριστεί




Griechische Definition zu αμπαλάρω

αμπαλάρω [ambaláro] -ομαι : τοποθετώ κτ. μέσα σε κιβώτιο ή σε κουτί ή το τυλίγω με χαρτί ή με άλλο σχετικό υλικό, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί με ασφάλεια· συσκευάζω: Tα γυαλικά πρέπει να αμπαλαριστούν καλά. Έχουμε ήδη αμπαλάρει τα πράγματα για τη μετακόμιση. Tο δώρο ήταν πολύ ωραία αμπαλαρισμένο.

[ιταλ. abballar(e) ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αμπαλάρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15