αισθάνομαι  Verb  [esthanome, aisthanomai]

Ähnliche Bedeutung wie αισθάνομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αισθάνομαι

... Δεν αισθάνομαι καλά. ...

... Σήμερα δεν αισθάνομαι εντελώς καλά. ...

... Σήμερα αισθάνομαι άσχημα. ...

Quelle: enteka, mululatv, mululatv


Beispielsätze fühlen

... Wie fühlen Sie sich? ...

... Wie fühlen Sie sich heute? ...

... Wenn wir moderat Sport treiben, fühlen wir uns behaglich. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, xtofu80

Grammatik


ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ
I feel
Aktiv/Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αισθάνομαιαισθανόμαστε
αισθάνεσαιαισθάνεστε, αισθανόσαστε
αισθάνεταιαισθάνονται
Imper
fekt
αισθανόμουν(α)αισθανόμαστε, αισθανόμασταν
αισθανόσουν(α)αισθανόσαστε, αισθανόσασταν
αισθανόταν(ε)αισθάνονταν, αισθανόντανε, αισθανόντουσαν
Aoristαισθάνθηκααισθανθήκαμε
αισθάνθηκεςαισθανθήκατε
αισθάνθηκεαισθάνθηκαν, αισθανθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αισθανθείέχουμε αισθανθεί
έχεις αισθανθείέχετε αισθανθεί
έχει αισθανθείέχουν αισθανθεί
Plu
per
fect
είχα αισθανθείείχαμε αισθανθεί
είχες αισθανθείείχατε αισθανθεί
είχε αισθανθείείχαν αισθανθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αισθάνομαιθα αισθανόμαστε
θα αισθάνεσαιθα αισθάνεστε, θα αισθανόσαστε
θα αισθάνεταιθα αισθάνονται
Fut
ur
θα αισθανθώθα αισθανθούμε
θα αισθανθείςθα αισθανθείτε
θα αισθανθείθα αισθανθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αισθανθείθα έχουμε αισθανθεί
θα έχεις αισθανθείθα έχετε αισθανθεί
θα έχει αισθανθείθα έχουν αισθανθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αισθάνομαινα αισθανόμαστε
να αισθάνεσαινα αισθάνεστε, να αισθανόσαστε
να αισθάνεταινα αισθάνονται
Aoristνα αισθανθώνα αισθανθούμε
να αισθανθείςνα αισθανθείτε
να αισθανθείνα αισθανθούν(ε)
Perfνα έχω αισθανθείνα έχουμε αισθανθεί
να έχεις αισθανθείνα έχετε αισθανθεί
να έχει αισθανθείνα έχουν αισθανθεί
Imper
ativ
Presαισθάνεστε
Aoristαισθανθείτε
Part
izip
Presαισθανόμενος
Perf
InfinAoristαισθανθεί










Griechische Definition zu αισθάνομαι

αισθάνομαι [esθánome] .2β (χωρίς μππ.) : 1α.αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου: αισθάνομαι ζέστη, ζεσταίνομαι. αισθάνομαι κρύο, κρυώνω. αισθάνομαι δίψα, διψώ. αισθάνομαι αδυναμία. Aισθάνθηκε ξαφνικά ένα δυνατό πόνο στο στομάχι. || (επέκτ. για συναίσθημα, για ψυχική κατάσταση) νιώθω: αισθάνομαι χαρά, χαίρομαι. αισθάνομαι λύπη, λυπάμαι. αισθάνομαι φόβο, φοβάμαι. αισθάνομαι αγάπη, αγαπώ. αισθάνομαι έρωτα, ερωτεύομαι. αισθάνομαι μίσος, μισώ. αισθάνομαι ενοχή / ευτυχία. αισθάνομαι χαρούμενος / λυπημένος / ένοχος / ερωτευμένος / ευτυχισμένος. β. έχω, διατηρώ τις αισθήσεις μου: Δεν αισθάνεται πια· είναι σε κώμα. || (σπάν.) ζω: Δεν πέθανε· αισθάνεται ακόμα. γ. καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση από φυσική άποψη: αισθάνομαι (ότι είμαι) νέος / γέρος / υγιής. Ο άρρωστος αισθάνεται καλά / χειρότερα. (έκφρ.) αισθάνομαι μείον*. || (με άρνηση) νιώθω ένα ορισμένο μέλος του σώματός μου κουρασμένο, μουδιασμένο κτλ.: Δεν αισθάνομαι τα χέρια / το πόδι / τη μέση μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αισθάνομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15