αδικώ  Verb  [adiko, athiko, adikw]

Ähnliche Bedeutung wie αδικώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu αδικώ

αδίκως

αδικών


Beispielsätze αδικώ

... Ως Άδικη πράξη, (ή άδικος πράξις), ή αδικοπραξία, χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά σε βάρος άλλου προσώπου, που αντίκειται στο υφιστάμενο ...

... υπάρχει δόλος, δε χρειάζεται ο δράστης να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του(συνείδηση αδίκου), δε χρειάζεται δηλαδή να ξέρει ότι απαγορεύεται από ...

... φως και κεραυνούς οι οποίοι τη σκότωσαν. Ο Δίας τότε, πικραμένος από τον άδικο χαμό της, πήρε τον αγέννητο ακόμα Διόνυσο από την κοιλιά της και τον έραψε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze benachteiligen

... Einige Firmen benachteiligen Frauen, die schwanger sind oder die Absicht einer Schwangerschaft verkünden. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΔΙΚΩ
I wrong
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αδικώαδικούμεαδικούμαιαδικούμαστε
αδικείςαδικείτεαδικείσαιαδικείστε
αδικείαδικούν(ε)αδικείταιαδικούνται
Imper
fekt
αδικούσααδικούσαμεαδικούμουναδικούμαστε
αδικούσεςαδικούσατε
αδικούσεαδικούσαν(ε)αδικούνταν, αδικείτοαδικούνταν, αδικούντο
Aoristαδίκησααδικήσαμεαδικήθηκααδικηθήκαμε
αδίκησεςαδικήσατεαδικήθηκεςαδικηθήκατε
αδίκησεαδίκησαν, αδικήσαν(ε)αδικήθηκεαδικήθηκαν, αδικηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αδικήσει
έχω αδικημένο
έχουμε αδικήσει
έχουμε αδικημένο
έχω αδικηθεί
είμαι αδικημένος, -η
έχουμε αδικηθεί
είμαστε αδικημένοι, -ες
έχεις αδικήσει
έχεις αδικημένο
έχετε αδικήσει
έχετε αδικημένο
έχεις αδικηθεί
είσαι αδικημένος, -η
έχετε αδικηθεί
είστε αδικημένοι, -ες
έχει αδικήσει
έχει αδικημένο
έχουν αδικήσει
έχουν αδικημένο
έχει αδικηθεί
είναι αδικημένος, -η, -ο
έχουν αδικηθεί
είναι αδικημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα αδικήσει
είχα αδικημένο
είχαμε αδικήσει
είχαμε αδικημενο
είχα αδικηθεί
ήμουν αδικημένος, -η
είχαμε αδικηθεί
ήμαστε αδικημένοι, -ες
είχες αδικήσει
είχες αδικημένο
είχατε αδικήσει
είχατε αδικημένο
είχες αδικηθεί
ήσουν αδικημένος, -η
είχατε αδικηθεί
ήσαστε αδικημένοι, -ες
είχε αδικήσει
είχε αδικημένο
είχαν αδικήσει
είχαν αδικημένο
είχε αδικηθεί
ήταν αδικημένος, -η, -ο
είχαν αδικηθεί
ήταν αδικημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αδικώθα αδικούμεθα αδικούμαιθα αδικούμαστε
θα αδικείςθα αδικείτεθα αδικείσαιθα αδικείστε
θα αδικείθα αδικούν(ε)θα αδικείταιθα αδικούνται
Fut
ur
θα αδικήσωθα αδικήσουμεθα αδικηθώθα αδικηθούμε
θα αδικήσειςθα αδικήσετεθα αδικηθείςθα αδικηθείτε
θα αδικήσειθα αδικήσουν(ε)θα αδικηθείθα αδικηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αδικήσει
θα έχω αδικημένο
θα έχουμε αδικήσει
θα έχουμε αδικημένο
θα έχω αδικηθεί
θα είμαι αδικημένος, -η
θα έχουμε αδικηθεί
θα είμαστε αδικημένοι, -ες
θα έχεις αδικήσει
θα έχεις αδικημένο
θα έχετε αδικήσει
θα έχετε αδικημένο
θα έχεις αδικηθεί
θα είσαι αδικημένος, -η
θα έχετε αδικηθεί
θα είστε αδικημένοι, -η
θα έχει αδικήσει
θα έχει αδικημένο
θα έχουν αδικήσει
θα έχουν αδικημένο
θα έχει αδικηθεί
θα είναι αδικημένος, -η, -ο
θα έχουν αδικηθεί
θα είναι αδικημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αδικώνα αδικούμενα αδικούμαινα αδικούμαστε
να αδικείςνα αδικείτενα αδικείσαινα αδικείστε
να αδικείνα αδικούν(ε)να αδικείταινα αδικούνται
Aoristνα αδικήσωνα αδικήσουμε, να αδικήσομενα αδικηθώνα αδικηθούμε
να αδικήσειςνα αδικήσετενα αδικηθείςνα αδικηθείτε
να αδικήσεινα αδικήσουν(ε)να αδικηθείνα αδικηθούν(ε)
Perfνα έχω αδικήσει
να έχω αδικημένο
να έχουμε αδικήσει
να έχουμε αδικημένο
να έχω αδικηθεί
να είμαι αδικημένος, -η
να έχουμε αδικηθεί
να είμαστε αδικημενοι, -ες
να έχεις αδικήσει
να έχεις αδικημένο
να έχετε αδικήσει
να έχετε αδικημένο
να έχεις αδικηθεί
να είσαι αδικημένος, -η
να έχετε αδικηθεί
να είστε αδικημένοι, -ες
να έχει αδικήσει
να έχει αδικημένο
να έχουν αδικήσει
να έχουν αδικημένο
να έχει αδικηθεί
να είναι αδικημένος, -η, -ο
να έχουν αδικηθεί
να είναι αδικημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαδικείτεαδικείστε
Aoristαδίκησεαδικήστε, αδικήσετεαδικήσουαδικηθείτε
Part
izip
Presαδικώντας
Perfέχοντας αδικήσει, έχοντας αδικημένοαδικημένος, -η, -οαδικημένοι, -ες, -α
InfinAoristαδικήσειαδικηθεί




Griechische Definition zu αδικώ

αδικώ [aδikó] -ούμαι : 1.παραβαίνω το δίκαιο, διαπράττω αδικίες: Mε συγχωρείς αν σε αδίκησα. Iσχυρίζεται ότι αδικήθηκε. Tελικά ο καθηγητής δεν αδίκησε κανέναν. (έκφρ.) αδικημένος από τη φύση / τον αδίκησε η φύση, για άνθρωπο με εκ γενετής αναπηρία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αδικώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15