αδιαφορώ  Verb  [adiaforo, athiaforo, adiaforw]

Ähnliche Bedeutung wie αδιαφορώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αδιαφορώ

... Άλλοι μελετητές αντιθέτως επισήμαναν ότι ο Σολωμός σε μεγάλο βαθμό αδιαφορούσε για την ολοκλήρωση των ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η φράση που αποδίδεται ...

... τέχνη των πεταλωτών των αλόγων. "Καρφί δε μου καίγεται", σημαίνει ότι αδιαφορώ εντελώς για κάτι. Στην αργκό, ο χαρακτηρισμός "καρφί" αναφέρεται σε κάποιον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze es ist mir gleichgültig

... Gültigkeit des Anderen. Wenn uns also z. B. die Gründe eines anderen gleichgültig erscheinen, so erkennen wir damit an, dass auch der andere gültige Gründe ...

... die zu einer falschen Auffassung eines Sachverhalts führen. Dabei ist es gleichgültig, ob die Täuschung bewusst durch einen anderen herbeigeführt wird ...

... sind es zwei voneinander zu trennende Fragen: Was ist für den Menschen das eigentlich Gute – und was ist dafür letztlich gleichgültig? Gibt es konkrete ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΔΙΑΦΟΡΩ
I am uninterested
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αδιαφορώαδιαφορούμε
αδιαφορείςαδιαφορείτε
αδιαφορείαδιαφορούν(ε)
Imper
fekt
αδιαφορούσααδιαφορούσαμε
αδιαφορούσεςαδιαφορούσατε
αδιαφορούσεαδιαφορούσαν(ε)
Aoristαδιαφόρησααδιαφορήσαμε
αδιαφόρησεςαδιαφορήσατε
αδιαφόρησεαδιαφόρησαν, αδιαφορήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω αδιαφορήσειέχουμε αδιαφορήσει
έχεις αδιαφορήσειέχετε αδιαφορήσει
έχει αδιαφορήσειέχουν αδιαφορήσει
Plu
perf
ekt
είχα αδιαφορήσειείχαμε αδιαφορήσει
είχες αδιαφορήσειείχατε αδιαφορήσει
είχε αδιαφορήσειείχαν αδιαφορήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αδιαφορώθα αδιαφορούμε
θα αδιαφορείςθα αδιαφορείτε
θα αδιαφορείθα αδιαφορούν(ε)
Fut
ur
θα αδιαφορήσωθα αδιαφορήσουμε
θα αδιαφορήσειςθα αδιαφορήσετε
θα αδιαφορήσειθα αδιαφορήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αδιαφορήσειθα έχουμε αδιαφορήσει
θα έχεις αδιαφορήσειθα έχετε αδιαφορήσει
θα έχει αδιαφορήσειθα έχουν αδιαφορήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αδιαφορώνα αδιαφορούμε
να αδιαφορείςνα αδιαφορείτε
να αδιαφορείνα αδιαφορούν(ε)
Aoristνα αδιαφορήσωνα αδιαφορήσουμε, να αδιαφορήσομε
να αδιαφορήσειςνα αδιαφορήσετε
να αδιαφορήσεινα αδιαφορήσουν(ε)
Perfνα έχω αδιαφορήσεινα έχουμε αδιαφορήσει
να έχεις αδιαφορήσεινα έχετε αδιαφορήσει
να έχει αδιαφορήσεινα έχουν αδιαφορήσει
Imper
ativ
Presαδιαφορείτε
Aoristαδιαφόρησεαδιαφορήστε, αδιαφορήσετε
Part
izip
Presαδιαφορώντας
Perfέχοντας αδιαφορήσει
InfinAoristαδιαφορήσει


Griechische Definition zu αδιαφορώ

αδιαφορώ [aδiaforó] .9α : δεν ενδιαφέρομαι, δε δείχνω ενδιαφέρον για κτ., είμαι αδιάφορος: αδιαφορώ για την πολιτική / για τον αθλητισμό. Aδιαφορεί για τα μαθήματά του. || δε δίνω σημασία: αδιαφορώ αν σου κακοφανεί / αν συμφωνεί ή όχι. αδιαφορώ για τις συνέπειες / για το αποτέλεσμα / για την τύχη κάποιου. Aδιαφορώντας για τα έξοδα / για τις συνέπειες. Aδιαφορεί για τα παιδιά του, δε νοιάζεται. Zήτησα τη βοήθειά του αλλά αυτός αδιαφόρησε.

[λόγ. < ελνστ. ἀδιαφορῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αδιαφορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15