αβάρετος    [avaretos, abaretos]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αβάρετος

αβάρετος α- + βαριέμαι


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάρετος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάρετος

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάρετος

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάρετος.



Griechische Definition zu αβάρετος

αβάρετος 1 -η -ο [aváretos] : που δε βαριέται, δεν κουράζεται· ακούραστος, άοκνος: αβάρετος άνθρωπος, ποτέ δεν αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε και αν του ζήτησαν. αβάρετα ΕΠIΡΡ: Έλεγε το ίδιο και το ίδιο τραγούδι αβάρετος από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς να βαριέται.

[α- 1 βαρε- (βαρώ δες βαριέμαι) -τος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15