αίρω  Verb  [ero, airw]

Ähnliche Bedeutung wie αίρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze hochheben

... Kann ein allmächtiger Gott einen Stein erschaffen, der so schwer ist, dass selbst Er ihn nicht hochheben kann? ...

... Und mein Papa ist so stark, dass er selbst meine Mama hochheben kann! ...

Quelle: MUIRIEL, maaster

Grammatik


ΑΙΡΩ
I raise
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αίρωαίρουμε, αίρομεαίρομαιαιρόμαστε, αιρόμεθα
αίρειςαίρετεαίρεσαιαίρεστε, αίρεσθε
αίρειαίρουν(ε)αίρεταιαίρονται
Imper
fekt
ήραήραμε
ήρεςήρατε
ήρεήρανήρετοαίρονταν, ήροντο
Aoristήραήραμεάρθηκααρθήκαμε
ήρεςήρατεάρθηκεςαρθήκατε
ήρεήρανάρθηκε, ήρθηάρθηκαν, αρθήκαν(ε), ήρθησαν
Per
fect
έχω άρειέχουμε άρειέχω αρθείέχουμε αρθεί
έχεις άρειέχετε άρειέχεις αρθείέχετε αρθεί
έχει άρειέχουν άρειέχει αρθείέχουν αρθεί
Plu
per
fect
είχα άρειείχαμε άρειείχα αρθείείχαμε αρθεί
είχες άρειείχατε άρειείχες αρθείείχατε αρθεί
είχε άρειείχαν άρειείχε αρθείείχαν αρθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αίρωθα αίρουμε, θα αίρομεθα αίρομαιθα αιρόμαστε, θα αιρόμεθα
θα αίρειςθα αίρετεθα αίρεσαιθα αίρεστε, θα αίρεσθε
θα αίρειθα αίρουν(ε)θα αίρεταιθα αίρονται
Fut
ur
θα άρωθα άρουμε, θα άρομεθα αρθώθα αρθούμε
θα άρειςθα άρετεθα αρθείςθα αρθείτε
θα άρειθα άρουν(ε)θα αρθείθα αρθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω άρειθα έχουμε άρειθα έχω αρθείθα έχουμε αρθεί
θα έχεις άρειθα έχετε άρειθα έχεις αρθείθα έχετε αρθεί
θα έχει άρειθα έχουν άρειθα έχει αρθείθα έχουν αρθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αίρωνα αίρουμε, να αίρομενα αίρομαινα αιρόμαστε, να αιρόμεθα
να αίρειςνα αίρετενα αίρεσαινα αίρεστε, να αίρεσθε
να αίρεινα αίρουν(ε)να αίρεταινα αίρονται
Aoristνα άρωνα άρουμενα αρθώνα αρθούμε
να άρειςνα άρετενα αρθείςνα αρθείτε
να άρεινα άρουν(ε)να αρθείνα αρθούν(ε)
Perfνα έχω άρεινα έχουμε άρεινα έχω αρθείνα έχουμε αρθεί
να έχεις άρεινα έχετε άρεινα έχεις αρθείνα έχετε αρθεί
να έχει άρεινα έχουν άρεινα έχει αρθείνα έχουν αρθεί
Imper
ativ
Presαίρεαίρετεαίρεστε, αίρεσθε
Aoristάρεάρετεαρθείτε
Part
izip
Presαίροντας
Perfέχοντας άρει
InfinAoristάρειαρθεί




Griechische Definition zu αίρω

αίρω [éro] -ομαι Ρ αόρ. ήρα, απαρέμφ. άρει, παθ. αόρ. γ' πρόσ. ήρθη, ήρθησαν, απαρέμφ. αρθεί : (λόγ.) 1. σηκώνω και κουβαλώ κτ.: Aγγάρεψαν το Σίμωνα για να άρει το σταυρό του Xριστού. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αίρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15