άυλος -η -ο  Adj.  [avlos -i -o, aylos -h -o]

  Adj.
(1)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άυλος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie άυλος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu άυλος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

  • ο άυλος (maskulin)
  • η άυλη (feminin)
  • το άυλο (neutrum)


Griechische Definition zu άυλος -η -ο

αυλός ο [avlós] : 1.αρχαιότατο πνευστό όργανο από καλάμι ή άλλο τεχνητό σωλήνα: H φλογέρα των βοσκών και το σύγχρονο φλάουτο είναι οι απόγονοι του αρχαίου αυλού. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback