{ο}  άνεμος  Substantiv  [anemos]

  • {der}    Substantiv
    upvotedownvote

Beispielsätze άνεμος

... Ο άνεμος σταμάτησε. ...

... Αυτός ο άνεμος είναι σημάδι για καταιγίδα. ...

... O ηλιακός άνεμος ή αστρικός άνεμος είναι ένα ρεύμα φορτισμένων σωματιδίων που εκτοξεύεται από την ανώτερη ατμόσφαιρα ενός άστρου, όπως ο Ήλιος. Αποτελείται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze Wind

... Irgendwann werde ich wie der Wind rennen. ...

... Ihr kennt den Satz, wir ernten, was wir säen. Ich habe den Wind gesät und hier ist mein Sturm. ...

... Der Wind hat sich beruhigt. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ der Wind

die Winde

Genitiv des Windes
des Winds

der Winde

Dativ dem Wind
dem Winde

den Winden

Akkusativ den Wind

die Winde



Griechische Definition zu άνεμος

άνεμος ο [ánemos] : κίνηση μάζας ατμοσφαιρικού αέρα που οφείλεται στις διαφορετικές και μεταβαλλόμενες ατμοσφαιρικές συνθήκες, στη διαφορά θερμοκρασίας από έναν τόπο σε άλλο και έχει ορισμένη κατεύθυνση και δύναμη· (πρβ. αέρας): άνεμος ασθενής / μέτριος / δυνατός / ισχυρός / σφοδρός. Bόρειος άνεμος, βοριάς. Nότιος άνεμος, νοτιάς. Περιοδικοί / τοπικοί άνεμοι. Πνέει / σηκώνεται άνεμος. Ξαφνικά σηκώθηκε ένας άνεμος και μας πήρε την ομπρέλα. (Ορμώ) σαν άνεμος, με τη βιαιότητα, την ορμή του ανέμου· (πρβ. σίφουνας). ΦΡ και εκφράσεις περί ανέμων και υδάτων*. φτερό* στον άνεμο. κτ. πάει κατ΄ ανέμου, για καταστροφή. κόντρα στον άνεμο, αντίθετα προς τις επικρατούσες κοινωνικές τάσεις. (πάω) όπου φυσάει ο άνεμος, για άνθρωπο που δεν είναι σταθερός, που μεταβάλλει γρήγορα και κατά περίπτωση απόψεις, ιδέες κτλ., ανάλογα με ό,τι επικρατεί κάθε φορά στην κοινωνία. σκορπίζω στους πέντε ανέμους, σκορπίζω, σπαταλώ άσκοπα εδώ κι εκεί ή διασκορπίζομαι προς διάφορες κατευθύνσεις: Σκόρπισε την πατρική κληρονομιά στους πέντε ανέμους. Tα παιδιά της σκόρπισαν / σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους· ΣYN ΦΡ σκορπίζω στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. ΠAΡ Όποιος σπέρνει* ανέμους, θερίζει θύελλες. || (μτφ.): Φυσάει / πνέει (ένας) άνεμος, επικρατεί κατάσταση, υπάρχει κλίμα, διάθεση για κτ.: Φύσηξε ένας άνεμος ανανέωσης. Πνέει άνεμος ελευθερίας / αλλαγής / αισιοδοξίας.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. ἄνεμος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu άνεμος

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15