{ο}  Έλληνας Subst.  [Έllinas, Έllhnas]

{der}    Subst.
(98)
{der}    Subst.
(0)

Erklärung zu Έλληνας

Übersicht Nationalitäten auf Griechisch


GriechischDeutsch
Διάφορες ιστορικές και βιβλιογραφικές πηγές αποδίδουν την εισαγωγή του κρεμμυδιού στη λεκάνη της Μεσογείου και στην Καλαβρία. πρώτα στους Φοίνικες και κατόπιν στους Έλληνες.In verschiedenen historischen und Literaturquellen wird die Einführung der Zwiebel im Mittelmeerraum und in Kalabrien zunächst den Phöniziern und dann den Griechen zugeschrieben.

Übersetzung bestätigt

Οι πλέον αισιόδοξοι είναι οι Ολλανδοί (90%), οι Βέλγοι (85%) και οι Γάλλοι (80%)· οι λιγότερο αισιόδοξοι είναι οι Πορτογάλοι (62%), οι Ισπανοί (67%), οι Ιταλοί (67%) και οι Έλληνες (67%).Am zuversichtlichsten sind die Niederländer (90 %), die Belgier (85 %) und die Franzosen (80 %); am wenigsten zuversichtlich sind die Portugiesen (62 %), die Spanier (67 %), die Italiener (67 %) und die Griechen (67 %).

Übersetzung bestätigt

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουμε δει να εμφανίζεται μια ολόκληρη σειρά ποντοπόρων εθνών που είχαν το λίκνο τους στην Ευρώπη: οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Βρετανοί, οι Πορτογάλοι, τα σκανδιναβικά έθνη (Βίκινγκς), οι Γερμανοί (Χανσεατική Ένωση), οι Ολλανδοί.Seit der Antike war Europa die Wiege zahlreicher Seefahrernationen: Griechen, Italiener, Spanier, Briten, Por­tugiesen, Skandinavier (Wikinger), Deutsche (Hanse) und Niederländer.

Übersetzung bestätigt

Περισσότεροι από 149 000 νέοι Έλληνες ηλικίας κάτω των 25 ετών ( > 50%) ήταν άνεργοι στην αρχή του τρέχοντος έτους.Zu Jahresbeginn waren mehr als 149 000 junge Griechen unter 25 ( > 50%) arbeitslos.

Übersetzung bestätigt

Το 38% των ατόμων που ερωτήθηκαν πιστεύουν ότι αυτό θα είναι αναπόφευκτο, ιδιαίτερα οι Ιταλοί (60%) και οι Έλληνες (48 %).38 % der Befragten glauben, dass dies unvermeidlich sein wird, insbesondere die Italiener (60 %) und die Griechen (48 %).

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu Έλληνας

Έλληνας ο [édivnas] : 1.αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή που ανήκει στο ελληνικό έθνος: Οι αρχαίοι Έλληνες. || (ως επίθ.): Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές. Ο Έλληνας πρωθυπουργός. H Ελληνίδα μάνα. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback