verantwortlich
  Adj.

υπεύθυνος -η -ο  Adj.
(3434)
υπαίτιος -α -ο  Adj.
(17)
{ο} αίτιος  Subst.
(0)
DeutschGriechisch
Die Europäische Agentur für die Sicherheit des Seeverkehrs (EMSA) ist gemäß der Verordnung (EG) Nr. 1406//2002 des Europäischen Parlaments und des Rates [2] in Zusammenarbeit mit den Mitgliedstaaten und der Kommission für die technische Umsetzung des SafeSeaNet-Systems verantwortlich. Sie sollte daher eng in die Arbeit der hochrangigen Lenkungsgruppe einbezogen werden.Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (ΕΟΑΘ), ο οποίος, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1406/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [2], είναι υπεύθυνος για την τεχνική υλοποίηση του συστήματος SafeSeaNet σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, πρέπει να μετέχει ενεργά στις εργασίες της διευθύνουσας ομάδας υψηλού επιπέδου.
Beurteilung und Prüfung: Der Antragsteller hat eine Erklärung über die Einhaltung dieses Kriteriums sowie einen Bericht oder technische Spezifikationen des Fachpersonals vorzulegen, das für den Verkauf und/oder die Wartung des Heizkessels verantwortlich ist.Εκτίμηση και εξακρίβωση: Ο αιτών προσκομίζει δήλωση συμμόρφωσης με το εν λόγω κριτήριο, συνοδευόμενη από έκθεση ή τεχνικές προδιαγραφές από τον τεχνικό που είναι υπεύθυνος για την πώληση ή/και τη συντήρηση του λέβητα.
Beurteilung und Prüfung: Der Antragsteller hat eine Erklärung über die Einhaltung dieses Kriteriums sowie einen Bericht oder technische Spezifikationen des Fachpersonals vorzulegen, das für den Verkauf und/oder die Wartung des Heizkessels verantwortlich ist.Αξιολόγηση και εξακρίβωση: Ο αιτών υποβάλλει δήλωση συμμόρφωσης προς αυτό το κριτήριο, συνοδευόμενη από έκθεση ή τις τεχνικές προδιαγραφές του επαγγελματία τεχνικού που είναι υπεύθυνος για την πώληση ή/και τη συντήρηση του λέβητα.
Der Direktor des Amtes ist unter Aufsicht des Direktoriums und im Rahmen von dessen Zuständigkeiten für das ordnungsgemäße Funktionieren des Amtes verantwortlich.Ο διευθυντής της Υπηρεσίας είναι υπεύθυνος, υπό τον έλεγχο της διοικούσας επιτροπής και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων αυτής, για την εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας.
Der Inhaber ist verantwortlich für die Vorführung des Straßenfahrzeugs, des Lastzugs oder des Behälters zusammen mit der Ladung und dem zugehörigen Carnet TIR bei der Abgangszollstelle, der Durchgangszollstelle und der Bestimmungszollstelle sowie für die ordnungsgemäße Einhaltung der anderen einschlägigen Bestimmungen des Übereinkommens;Ο κάτοχος είναι υπεύθυνος για την προσκόμιση του οδικού οχήματος, του συνόλου οχημάτων ή του εμπορευματοκιβωτίου με το σχετικό φορτίο και το δελτίο TIR στο τελωνείο αναχώρησης, στο τελωνείο διέλευσης και στο τελωνείο προορισμού, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της σύμβασης.

Deutsche Synonyme zu verantwortlich

Ähnliche Wörter zu verantwortlich


Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.




ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback