springen
 Verb

πηδώ 
(2)
ξεπηδώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Auf Niederländisch haben wir eine Redewendung, die wörtlich übersetzt besagt: "über den eigenen Schatten springen", was soviel bedeutet, wie sich selber zu überholen über die Stelle hinausblicken, an der man immer hängen geblieben ist das ist ein guter Punkt für die Schattenberichterstatter.Στα ολλανδικά έχουμε μια φράση, η οποία μεταφράζεται κατά λέξη ως "πηδώ πάνω από τη σκιά μου", όταν κάποιος υπερβάλλει εαυτόν -όταν βλέπει πέρα από ένα σημείο για το οποίο μιλά συνεχώςκαι αυτή η φράση ταιριάζει στους σκιώδεις εισηγητές.

Übersetzung bestätigt

Ähnliche Wörter
springend

Grammatik




ΠΗΔΩ
I jump
AktivPassive
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πηδάω, πηδώπηδάμε, πηδούμεπηδιέμαιπηδιόμαστε
πηδάςπηδάτεπηδιέσαιπηδιέστε, πηδιόσαστε
πηδάει, πηδάπηδάν(ε), πηδούν(ε)πηδιέταιπηδιούνται, πηδιόνται
Imper
fekt
πηδούσα, πήδαγαπηδούσαμε, πηδάγαμεπηδιόμουν(α)πηδιόμαστε, πηδιόμασταν
πηδούσες, πήδαγεςπηδούσατε, πηδάγατεπηδιόσουν(α)πηδιόσαστε, πηδιόσασταν
πηδούσε, πήδαγεπηδούσαν(ε), πήδαγαν, πηδάγανεπηδιόταν(ε)πηδιόνταν(ε), πηδιούνταν, πηδιόντουσαν
Aoristπήδηξαπηδήξαμεπηδήχτηκαπηδηχτήκαμε
πήδηξεςπηδήξατεπηδήχτηκεςπηδηχτήκατε
πήδηξεπήδηξαν, πηδήξαν(ε)πηδήχτηκεπηδήχτηκαν, πηδηχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πηδήξειέχουμε πηδήξειέχω πηδηχτείέχουμε πηδηχτεί
έχεις πηδήξειέχετε πηδήξειέχεις πηδηχτείέχετε πηδηχτεί
έχει πηδήξειέχουν πηδήξειέχει πηδηχτείέχουν πηδηχτεί
Plu
perf
ekt
είχα πηδήξειείχαμε πηδήξειείχα πηδηχτείείχαμε πηδηχτεί
είχες πηδήξειείχατε πηδήξειείχες πηδηχτείείχατε πηδηχτεί
είχε πηδήξειείχαν πηδήξειείχε πηδηχτείείχαν πηδηχτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πηδάω, θα πηδώθα πηδάμε, θα πηδούμεθα πηδιέμαιθα πηδιόμαστε
θα πηδάςθα πηδάτεθα πηδιέσαιθα πηδιέστε, θα πηδιόσαστε
θα πηδάει, θα πηδάθα πηδάν(ε), θα πηδούν(ε)θα πηδιέταιθα πηδιούνται, θα πηδιόνται
Fut
ur
θα πηδήξωθα πηδήξουμε, θα πηδήξομεθα πηδηχτώθα πηδηχτούμε
θα πηδήξειςθα πηδήξετεθα πηδηχτείςθα πηδηχτείτε
θα πηδήξειθα πηδήξουν(ε)θα πηδηχτείθα πηδηχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πηδήξειθα έχουμε πηδήξειθα έχω πηδηχτείθα έχουμε πηδηχτεί
θα έχεις πηδήξειθα έχετε πηδήξειθα έχεις πηδηχτείθα έχετε πηδηχτεί
θα έχει πηδήξειθα έχουν πηδήξειθα έχει πηδηχτείθα έχουν πηδηχτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πηδάω, να πηδώνα πηδάμε, να πηδούμενα πηδιέμαινα πηδιόμαστε
να πηδάςνα πηδάτενα πηδιέσαινα πηδιέστε, να πηδιόσαστε
να πηδάει, να πηδάνα πηδάν(ε), να πηδούν(ε)να πηδιέταινα πηδιούνται, να πηδιόνται
Aoristνα πηδήξωνα πηδήξουμε, να πηδήξομενα πηδηχτώνα πηδηχτούμε
να πηδήξειςνα πηδήξετενα πηδηχτείςνα πηδηχτείτε
να πηδήξεινα πηδήξουν(ε)να πηδηχτείνα πηδηχτούν(ε)
Perfνα έχω πηδήξεινα έχουμε πηδήξεινα έχω πηδηχτείνα έχουμε πηδηχτεί
να έχεις πηδήξεινα έχετε πηδήξεινα έχεις πηδηχτείνα έχετε πηδηχτεί
να έχει πηδήξεινα έχουν πηδήξεινα έχει πηδηχτείνα έχουν πηδηχτεί
Imper
ativ
Presπήδα, πήδαγεπηδάτεπηδιέστε
Aoristπήδηξε, πήδαπηδήξτε, πηδήχτεπηδήξουπηδηχτείτε
Part
izip
Presπηδώντας
Perfέχοντας πηδήξει
InfinAoristπηδήξειπηδηχτεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback