jenes
  

εκείνος -η -ο  Adj.
(3)
{το} τουτού  Subst.
(0)
DeutschGriechisch
18 Es ist gut, wenn du dich an das eine hältst und auch jenes nicht aus der Hand läßt; denn wer Gott fürchtet, der entgeht dem allen.18 Είναι καλό να κρατάς τούτο, και από εκείνο να μη αποσύρεις το χέρι σου· επειδή, εκείνος που φοβάται τον Θεό, θα ξεφύγει όλα αυτά.
Ohne Übertreibung läßt sich sagen, daß das Parlament jenes Gremium, jene Institution der Europäischen Union war, die ganz klar begriffen hat, wo die Interessen der europäischen Gesellschaft und des europäischen Unternehmertums liegen.Και δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι το Κοινοβούλιο ήταν εκείνος ο φορέας, εκείνος ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος κατάλαβε ξεκάθαρα ποιό είναι το συμφέρον της ευρωπαϊκής κοινωνίας και της ευρωπαϊκής επιχειρηματικότητος.

Deutsche Synonyme zu jenes

Ähnliche Wörter zu jenes

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback