{der}  
Abenteurer
  Subst.

{ο} τυχοδιώκτης  Subst.
(28)
DeutschGriechisch
Gesichtsloser_Ein Abenteurer will sich messen, ein Mann wird ihm das nicht vergessen.Απρόσωπος_Ένας τυχοδιώκτης σε μάχη τον καλεί, σύντομα την εκδίκηση θα γευτεί.
Shakes and Fidget Der Turm_Es waren einmal ein Abenteurer und seine drei Begleiter...Shakes and Fidget Ο πύργος_Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τυχοδιώκτης και οι τρεις του σύντροφοι...
Sie hat an den romantischen Garten angekommen, und sie wartet auf ihren heimlichen Verehrer ...die verborgene...die verborgene HöhleJack ist auf jeden Fall ein Abenteurer und seine Leidenschaft ist verborgene Schätze.Έχει φτάσει στο ρομαντικό κήπο και είναι σε αναμονή για το μυστικό θαυμαστή της ...η κρυφή σπηλιάη κρυφή σπηλιάΟ Jack είναι σίγουρα ένας τυχοδιώκτης και το πάθος του είναι κρυμμένους θησαυρούς.
Der Turm_Es waren einmal ein Abenteurer und seine drei Begleiter...Ο πύργος_Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τυχοδιώκτης και οι τρεις του σύντροφοι...
Der Turm: Es waren einmal ein Abenteurer und seine drei Begleiter...Ο πύργος: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τυχοδιώκτης και οι τρεις του σύντροφοι...

Ähnliche Wörter zu Abenteurer

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik


Singular

Plural

Nominativder Abenteurer

die Abenteurer

Genitivdes Abenteurers

der Abenteurer

Dativdem Abenteurer

den Abenteurern

Akkusativden Abenteurer

die Abenteurer



ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback