{η}  τομή Subst.  [tomi, tomh]

{der}    Subst.
(223)
{der}    Subst.
(92)
{der}    Subst.
(59)
{die}    Subst.
(2)
{die}    Subst.
(2)

Etymologie zu τομή

τομή altgriechisch τομή τέμνω indoeuropäisch (Wurzel) *tem- (τέμνω, κόβω)


GriechischDeutsch
Οι τομές πρέπει να πραγματοποιούνται επάνω στις κλειδώσεις.Die Schnitte werden an den Gelenken angesetzt;

Übersetzung bestätigt

Οι δύο τομές πρέπει να πραγματοποιούνται επάνω στις κλειδώσεις.Die beiden Schnitte werden an den Gelenken angesetzt;

Übersetzung bestätigt

Οι τομές χρώννυνται με κατάλληλες ειδικές για τη μυελίνη και τους νευράξονες χρωστικές.Die Schnitte werden mit geeigneten myelinund axonspezifischen Färbemitteln angefärbt.

Übersetzung bestätigt

Επίσης πρέπει να λαμβάνονται τομές από την περιφερική περιοχή του κνημιαίου νεύρου και των διακλαδώσεών του στο γαστροκνήμιο μυ καθώς και από το ισχιακό νεύρο.Auch vom distalen Bereich des Nervus tibialis und seiner Verzweigungen zum Musculus gastrocnemius sowie vom Nervus sciaticus sollten Schnitte angefertigt werden.

Übersetzung bestätigt

Θα πρέπει να πραγματοποιείται λεπτομερής ιστοπαθολογική εξέταση των όρχεων (π.χ. χρησιμοποιώντας στερεωτικό Bouin, ενσωμάτωση σε παραφίνη και εγκάρσιες τομές πάχους 4-5μm) για τον εντοπισμό επιδράσεων σχετιζόμενων με την αγωγή όπως κατακρατούμενες σπερματίδες, ελλείπουσες στιβάδες ή τύποι γεννητικών κυττάρων, πολυπυρηνικά γιγαντοκύτταρα ή εσχάρωση σπερμογενών κυττάρων στον αυλό (14).An den Hoden ist eine eingehende histopathologische Untersuchung vorzunehmen (z. B. Verwendung des Bouinschen Fixiermittels, Einbettung in Paraffin und transversale Schnitte von 4 bis 5 μm Dicke), um behandlungsbedingte Auswirkungen wie Retention von Spermatiden, fehlende Keimzellenschichten oder -typen, mehrkernige Riesenzellen oder die Ablösung von spermatogenen Zellen in das Lumen festzustellen (14).

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu τομή

τομή η [tomí] : 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τέμνω. α. (ιατρ.) διαί ρεση των ιστών του σώματος με τα κατάλληλα όργανα, για να γίνει μια χειρουργική επέμβαση: Kαισαρική* τομή. || το σημάδι που μένει στο σημείο όπου γίνεται η τομή. β1. (γεωμ.) το σύνολο των κοινών σημείων που έχουν δύο γραμμές, επιφάνειες ή στερεά, όταν τέμνονται μεταξύ τους. || ΦΡ χρυ σή* τομή. β2. σχεδιάγραμμα οικοδομής, μηχανής κτλ. που τέμνεται υποθετι κά από επίπεδο, για να φαίνεται το εσωτερικό της: τομή κατά μήκος / κατά πλάτος. Οριζόντια / κάθετη τομή. γ. (μετρ.) το σταμάτημα της φωνής όταν απαγγέλλουμε έναν οπωσδήποτε μεγάλο στίχο, σε ένα σημείο του κοντά στη μέση, ώστε να χωρίζεται σε δύο άλλους μικρότερους. || η θέση όπου γίνεται το χώρισμα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback