ψωμί  

  • Brot
    upvotedownvote

Beispielsätze

Ποιος έφαγε το ψωμί;

Αυτός κερδίζει το ψωμί του ως συγγραφέας.

Δεν έφαγα τίποτε, παρά ψωμί και βούτυρο.

Quelle: enteka, glavkos, glavkos


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

psomi, pswmi


Deutsche Synonyme zu: ψωμί

Brot Brotlaib Wecken

Ähnliche Worte

ψωμιέρα


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ ψωμί ψωμιά
Genitiv ψωμιού ψωμιών
Akkusativ ψωμί ψωμιά
Vokativ ψωμί ψωμιά
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15