μπούκωμα  

  • Dumpfheit
  • verstopft
  • Erkältung

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... κυλίνδρους μίγμα πλούσιο σε καύσιμο, οπότε παρατηρείται συχνά το γνωστό "μπούκωμα" και σβήσιμο ή δυσκολία στο ξεκίνημα της μηχανής. Τα όρια αναφλεξιμότητας ...

... μεγαλύτερη πλατφόρμα, κάποιες φορές με μεγάλο όγκο. Αυτή η τεχνική προκαλεί «μπούκωμα» των καπνοδόχων που, μάλιστα αρκετές φορές οδηγεί σε κατάρρευση κάτω στα ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

bukoma, mpoykwma


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ μπούκωμα μπουκώματα
Genitiv μπουκώματος μπουκωμάτων
Akkusativ μπούκωμα μπουκώματα
Vokativ μπούκωμα μπουκώματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15