μαλακώνω  

  • erweichen
    upvotedownvote
  • weich machen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Ελληνικής "βύρσα" που σημαίνει "δέρμα ζώου", και ττο ρήμα "δέφω" που σημαίνει "μαλακώνω κάτι με τα χέρια". Η βυρσοδεψία πιστεύεται ότι εξασκούνταν ήδη από το 7000-3000 ...

... παρακάλια του γιου του Αίμονα, αρραβωνιαστικού της Αντιγόνης, δεν τον μαλακώνουν. Η Αντιγόνη αυτοκτονεί. Το παράδειγμά της ακολουθεί και ο Αίμονας. Όμως ...

... ονομάζεται, στα πυρίμαχα υλικά, η θερμοκρασία στην οποία το υλικό αρχίζει να μαλακώνει. Πυρίμαχα υλικά είναι η άργιλος, ορισμένες ενώσεις του πυριτίου, του αργιλίου ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

malakono, malakwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
μαλακώσει
μετοχή (ενεστώτας)
μαλακώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μαλακώνω μαλακώνεις μαλακώνει μαλακώνο(υ)με μαλακώνετε μαλακώνουν(ε)
παρατατικός μαλάκωνα μαλάκωνες μαλάκωνε μαλακώναμε μαλακώνατε μαλάκωναν, μαλακώναν(ε)
αόριστος μαλάκωσα μαλάκωσες μαλάκωσε μαλακώσαμε μαλακώσατε μαλάκωσαν, μαλακώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα μαλακώνω θα μαλακώνεις θα μαλακώνει θα μαλακώνο(υ)με θα μαλακώνετε θα μαλακώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα μαλακώσω θα μαλακώσεις θα μαλακώσει θα μαλακώσο(υ)με θα μαλακώσετε θα μαλακώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω μαλακώσει έχεις μαλακώσει έχει μαλακώσει έχο(υ)με μαλακώσει έχετε μαλακώσει έχουν(ε) μαλακώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα μαλακώσει είχες μαλακώσει είχε μαλακώσει είχαμε μαλακώσει είχατε μαλακώσει είχαν(ε) μαλακώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω μαλακώσει θα έχεις μαλακώσει θα έχει μαλακώσει θα έχο(υ)με μαλακώσει θα έχετε μαλακώσει θα έχουν(ε) μαλακώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να μαλακώνω να μαλακώνεις να μαλακώνει να μαλακώνο(υ)με να μαλακώνετε να μαλακώνουν(ε)
αόριστος να μαλακώσω να μαλακώσεις να μαλακώσει να μαλακώσο(υ)με να μαλακώσετε να μαλακώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω μαλακώσει να έχεις μαλακώσει να έχει μαλακώσει να έχο(υ)με μαλακώσει να έχετε μαλακώσει να έχουν(ε) μαλακώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μαλάκωνε μαλακώνετε
αόριστος μαλάκωσε μαλακώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15