καθώς  

  • wie
  • als
  • während

Beispielsätze

Ποτέ δεν πίνω μπύρα, καθώς δεν μου αρέσει.

Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος, καθώς ο χρόνος είναι ότι πολυτιμότερο έχουμε. Αλλά ο χρόνος που φεύγει για την εκμάθηση γλωσσών δεν τον λυπάμαι ποτέ. Επειδή με κάθε νέα λέξη που μαθαίνω ο κόσμος γίνεται κατά κάτι πιο ενδιαφέρον.

Οι Έλληνες επινόησαν το κόμμα, όχι για τη λογοτεχνία τους, αλλά για τους ηθοποιούς τους, ώστε να τους προειδοποιήσουν να πάρουν μια βαθιά ανάσα, καθώς προετοιμάζονταν για μια επερχόμενη μεγάλη πρόταση· έτσι, ένα κόμμα αντιπροσωπεύει μία παύση.

Quelle: glavkos, glavkos, musiclover


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kathos, kathws

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15