ισοπεδώνω  

  •    ebnen
  •    Abflachen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

isopedono, isopethono, isopedwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ισοπεδώσει
μετοχή (ενεστώτας)
ισοπεδώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ισοπεδώνω ισοπεδώνεις ισοπεδώνει ισοπεδώνο(υ)με ισοπεδώνετε ισοπεδώνουν(ε)
παρατατικός ισοπέδωνα ισοπέδωνες ισοπέδωνε ισοπεδώναμε ισοπεδώνατε ισοπέδωναν, ισοπεδώναν(ε)
αόριστος ισοπέδωσα ισοπέδωσες ισοπέδωσε ισοπεδώσαμε ισοπεδώσατε ισοπέδωσαν, ισοπεδώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ισοπεδώνω θα ισοπεδώνεις θα ισοπεδώνει θα ισοπεδώνο(υ)με θα ισοπεδώνετε θα ισοπεδώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ισοπεδώσω θα ισοπεδώσεις θα ισοπεδώσει θα ισοπεδώσο(υ)με θα ισοπεδώσετε θα ισοπεδώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω ισοπεδώσει έχεις ισοπεδώσει έχει ισοπεδώσει έχο(υ)με ισοπεδώσει έχετε ισοπεδώσει έχουν(ε) ισοπεδώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα ισοπεδώσει είχες ισοπεδώσει είχε ισοπεδώσει είχαμε ισοπεδώσει είχατε ισοπεδώσει είχαν(ε) ισοπεδώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ισοπεδώσει θα έχεις ισοπεδώσει θα έχει ισοπεδώσει θα έχο(υ)με ισοπεδώσει θα έχετε ισοπεδώσει θα έχουν(ε) ισοπεδώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ισοπεδώνω να ισοπεδώνεις να ισοπεδώνει να ισοπεδώνο(υ)με να ισοπεδώνετε να ισοπεδώνουν(ε)
αόριστος να ισοπεδώσω να ισοπεδώσεις να ισοπεδώσει να ισοπεδώσο(υ)με να ισοπεδώσετε να ισοπεδώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω ισοπεδώσει να έχεις ισοπεδώσει να έχει ισοπεδώσει να έχο(υ)με ισοπεδώσει να έχετε ισοπεδώσει να έχουν(ε) ισοπεδώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ισοπέδωνε ισοπεδώνετε
αόριστος ισοπέδωσε ισοπεδώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15