δουλεύω  

  • arbeiten
    upvotedownvote
  • ich arbeite
    upvotedownvote

Beispielsätze

Δε δουλεύω τη Δευτέρα.

Προς το παρόν δουλεύω στην Αθήνα, αλλά του χρόνου θα πάω στο Βερολίνο.

Από τότε που παντρεύτηκα δεν δουλεύω πια.

Quelle: enteka, enteka, enteka


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

dulevo, thulevo, doyleyw


Grammatik

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
δουλεύω
δουλεύω
δουλεύοιμι
-
σύ
δουλεύεις
δουλεύῃς
δουλεύοις
δούλευε
οὖτος
δουλεύει
δουλεύ
δουλεύοι
δουλευέτω
ἡμεῖς
δουλεύομεν
δουλεύωμεν
δουλεύοιμεν
-
ὑμεῖς
δουλεύετε
δουλεύητε
δουλεύοιτε
δουλεύετε
οὗτοι
δουλεύουσι(ν)
δουλεύωσι(ν)
δουλεύοιεν
δουλευόντων / δουλευέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
δουλεύειν
δουλεύων
δουλεύουσα
δουλεῦον
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15