διδάσκω  

  • ich unterrichte
    upvotedownvote
  • lehren
    upvotedownvote
  • unterrichten
    upvotedownvote

Beispielsätze

Εγώ διδάσκω.

Μου αρέσει να διδάσκω.

Quelle: glavkos, musiclover


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

didasko, thithasko, didaskw


Grammatik

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
διδάσκω
διδάσκω
διδάσκοιμι
-
σύ
διδάσκεις
διδάσκῃς
διδάσκοις
διδάσκε
οὖτος
διδάσκει
διδάσκ
διδάσκοι
διδασκέτω
ἡμεῖς
διδάσκομεν
διδάσκωμεν
διδάσκοιμεν
-
ὑμεῖς
διδάσκετε
διδάσκητε
διδάσκοιτε
διδάσκετε
οὗτοι
διδάσκουσι(ν)
διδάσκωσι(ν)
διδάσκοιεν
διδασκόντων / διδασκέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
διδάσκειν
διδάσκων
διδάσκουσα
διδάσκον
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15