αποτέφρωση  

  • Verbrennung
  • Einäscherung

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

apotefrosi, apotefrwsh


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ αποτέφρωση αποτεφρώσεις
Genitiv αποτέφρωσης
& αποτεφρώσεως
αποτεφρώσεων
Akkusativ αποτέφρωση αποτεφρώσεις
Vokativ αποτέφρωση αποτεφρώσεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15