{το}  ψάρι Subst.  [psari]

{der}    Subst.
(2118)

Etymologie zu ψάρι

ψάρι mittelgriechisch ψάρι(ν) spätgriechisch ὀψάριον υποκοριστικό του ὄψον + -άριον, προσφάγι altgriechisch ἕψω


GriechischDeutsch
επιζωοτικό ελκογόνο σύνδρομο στα ψάρια (EUS),Epizootisches ulzeratives Syndrom der Fische (EUS),

Übersetzung bestätigt

επιζωοτική αιματοποιητική νέκρωση στα ψάρια (EHN),Epizootische hämatopoetische Nekrose der Fische (EHN),

Übersetzung bestätigt

υγιεινή τροφίμων και έλεγχος: ψάρι, κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα,Lebensmittelhygiene und kontrolle: Fisch, Fleisch und Milcherzeugnisse;

Übersetzung bestätigt

(Gadus morhua, Gadus ogac και Gadus macrocephalus) και ψάρια του είδους Boreogadus saida(Gadus morhua, Gadus ogac und Gadus macrocephalus) und Fische der Art Boreogadus saida

Übersetzung bestätigt

ελιές γεμιστές με ψάρια·mit Fisch gefüllte Oliven,

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Deutsche Synonyme
Fisch



Griechische Definition zu ψάρι

ψάρι το [psári] : 1.κοινή ονομασία για ένα μεγάλο πλήθος σπονδυλωτών ζώων που ζουν μέσα στο νερό, αναπνέουν με βράγχια, έχουν σώμα ατρακτοειδές και καλυμμένο με λέπια και αποτελούν μια από τις βασικές τροφές του ανθρώπου· (πρβ. ιχθύς): Ψάρια της θάλασσας / του γλυκού νερού. Λιμνίσια / ποταμίσια ψάρια. Ψάρια του βυθού. Ψάρια του αφρού, αφρόψαρα. Πελαγίσια ψάρια. Φρέσκο / σπαρταριστό / ζωντανό / μπαγιάτικο ψάρι. Ψαρεύω / καθαρίζω / αλευρώνω / τηγανίζω ψάρια. Ψάρια τηγανητά / ψητά. ψάρι σούπα, ψαρόσουπα. ψάρι πλακί / μαρινάτο. Ψάρια νωπά / παστά / καπνιστά / κατεψυγμένα. || Kολυμπάει σαν ψάρι, πολύ καλά. Bουβός σαν ψάρι, απόλυτα σιωπηλός. Tρέμει σαν το ψάρι από το φόβο του / από το κρύο, φοβάται πολύ / κρυώνει πολύ. Είμαι / νιώθω σαν το ψάρι έξω από το νερό, αισθάνομαι πλήρη αμηχανία μέσα σε ένα ξένο περιβάλλον. (έκφρ.) (να δούμε) τι ψάρια θα πιάσουμε, τι θα καταφέρουμε. ΦΡ ψήνω* σε κπ. το ψάρι στα χείλια. τσίμπησε* το ψάρι. ΠAΡ Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο, ειρωνικά για κπ. που μόνο να βλέπει μπορεί ό,τι πάρα πολύ επιθυμεί. Aπ΄ το κεφάλι βρομάει* το ψάρι. Tο μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ο ισχυρότερος πάντα επικρατεί, κατανικά τον ασθενέστερο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback