διορθώνω Verb  [diorthono, thiorthono, diorthwnw]

  Verb
(12)
  Verb
(4)
  Verb
(2)
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu διορθώνω

διορθώνω altgriechisch διορθῶ, συνηρημένος τύπος του διορθόω + -ώνω[1][2] διά (δι-) + ὀρθόω / ὀρθῶ ὀρθός


GriechischDeutsch
Συγκεκριμένα, η οδηγία κάνει χρήση όχι μόνο του ρήματος «τροποποιώ», αλλά επίσης των ρημάτων «αποκαθιστώ» και «διορθώνω», τα οποία αφορούν τη βελτίωση των οργανικών λειτουργιών του ανθρώπου ή την αποκατάσταση των φυσιολογικών λειτουργιών του, γεγονός που συνεπάγεται την ύπαρξη ιατρικής ή θεραπευτικής ωφέλειας.Die Richtlinie verwendet nämlich nicht nur das Verb „beeinflussen“, sondern auch die Verben „wiederherstellen“ und „korrigieren“, mit denen auf eine Verbesserung der organischen Funktionen des Menschen oder die Wiederherstellung seiner physiologischen Funktionen abgezielt wird, so dass ein medizinischer oder therapeutischer Nutzen vorausgesetzt wird.

Übersetzung bestätigt

Κύριε Πρόεδρε, το περασμένο καλοκαίρι πήγα διακοπές στη Γουινέα-Μπισσάου και, όπως το συνηθίζω, αντάλλαξα δυο κουβέντες με έναν ηλικιωμένο συνταξιούχο των ταχυδρομείων ή μάλλον, διορθώνω, με έναν ψαρά της Γουινέας-Μπισσάου που θα ήθελε πολύ ευχαρίστως να γίνει συνταξιούχος.Herr Präsident, letzten Sommer verbrachte ich meinen Urlaub in Guinea-Bissau, und getreu meiner Gewohnheit wechselte ich einige Worte mit einem einheimischen Rentner bzw., ich muss mich korrigieren, mit einem Fischer aus Guinea-Bissau, der gern in Rente gehen würde.

Übersetzung bestätigt

Για εμένα η αστυνόμευση ήταν η δύναμη να διορθώνω, η δύναμη να εμποδίζω και η δύναμη να εντοπίζω.Für stand die Polizeiarbeit für die Macht, etwas zu korrigieren, die Macht, etwas zu verhindern und die Macht, etwas aufzudecken.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Noch keine Grammatik zu διορθώνω.

















Griechische Definition zu διορθώνω

διορθώνω [δiorθóno] -ομαι : 1α. σε γραπτό ή σε προφορικό λόγο, επισημαίνω ένα λάθος και το αντικαθιστώ με το σωστό ή υποδεικνύω το σωστό: διορθώνω τα ορθογραφικά / τα συντακτικά / τα εκφραστικά λάθη του μαθητή. Tα γραπτά δε διορθώθηκαν ακόμη. Διορθωμένα τυπογραφικά δοκίμια. || διορθώνω κπ., του υποδεικνύω το λάθος του: Nα με διορθώσεις, αν πω κάποια ανακρίβεια. Ο δάσκαλος διορθώνει το μαθητή. β. αντιμετωπίζω με επιτυχία τα στοιχεία εκείνα που δημιούργησαν εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη μιας κατάστασης ή που ήταν υπεύθυνα για κάποια αρνητικά αποτελέσματα: Πρέπει να διορθώσουμε τα σφάλματα του παρελθόντος. Προσπαθεί να διορθώσει την κακή εντύπωση που δημιούργησε με τη συμπεριφορά του. || βελτιώνω: Διορθώθηκαν πολύ τα οικονομικά μου / η βαθμολογία του. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback