{η}  βαλίτσα Subst.  [valitsa, balitsa]

{der}    Subst.
(1435)
{die}    Subst.
(17)

GriechischDeutsch
Σάκοι ταξιδιού και για ψώνια, θήκες εργαλείων, κουτιά για κοσμήματα, κουτιά για μαχαιροπήρουνα και παρόμοια, με εξωτερική επιφάνεια από βουλκανισμένη κυτταρίνη ή χαρτόνι, και θήκες για κυάλια, για φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές, για μουσικά όργανα ή όπλα και παρόμοια, με εξωτερική επιφάνεια από ύλες άλλες από δέρμα, φύλλα τεχνητών πλαστικών υλών ή υφαντικές ύλες (εκτός από βαλίτσες, χαρτοφύλακες γενικά και παρόμοια, σακίδια χεριού, είδη που συνήθως φέρονται στην τσέπη ή σε σακίδιο χεριού)Behältnisse, mit Außenseite aus Vulkanfiber oder Pappe sowie Etuis für Ferngläser, Fotoapparate, Filmkameras, Musikinstrumente oder Waffen und ähnl. Behältnisse, mit Außenseite aus anderen Stoffen als Leder, Kunststoffolien oder Spinnstoffen (ausg. Koffer, Aktentaschen, Schulranzen und ähnl. Behältnisse, Handtaschen, Taschenoder Handtaschenartikel)

Übersetzung bestätigt

Σάκοι ταξιδιού, μονωτικοί σάκοι για προϊόντα διατροφής και ποτά, θήκες για είδη καλλωπισμού «Necessaires», σάκοι ράχης, σάκοι για ψώνια, θήκες για επισκεπτήρια, θήκες εργαλείων, σάκοι για είδη αθλητισμού, κουτιά για κοσμήματα, κουτιά για μαχαιροπήρουνα, θήκες για κιάλια, για φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές, για μουσικά όργανα ή όπλα και παρόμοια, με εξωτερική επιφάνεια από φύλλα πλαστικών υλών ή υφαντικές ύλες (εκτός από βαλίτσες, χαρτοφύλακες, σχολικές τσάντες και παρόμοια, σακίδια χεριού, είδη που συνήθως φέρονται στην τσέπη ή σε σακίδιο χεριού)Reisetaschen, Isoliertaschen für Nahrungsmittel oder Getränke, Toilettentaschen „Necessaires“, Rucksäcke, Einkaufstaschen, Kartentaschen, Werkzeugtaschen, Taschen für Sportartikel, Schachteln für Schmuckwaren, Besteckkästen, Etuis für Ferngläser, Fotoapparate, Filmkameras, Musikinstrumente oder Waffen und ähnl. Behältnisse, mit Außenseite aus Kunststoffolien oder Spinnstoffen (ausg. Koffer, Aktentaschen, Schulranzen und ähnl. Behältnisse, Handtaschen, Taschenoder Handtaschenartikel)

Übersetzung bestätigt

Σάκοι ταξιδιού, μονωτικοί σάκοι για προϊόντα διατροφής και ποτά, θήκες για είδη καλλωπισμού «Necessaires», σάκοι ράχης, σάκοι για ψώνια, θήκες για επισκεπτήρια, θήκες εργαλείων, σάκοι για είδη αθλητισμού, κουτιά για κοσμήματα, κουτιά για μαχαιροπήρουνα, θήκες για κιάλια, για φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές, για μουσικά όργανα ή όπλα και παρόμοια, με εξωτερική επιφάνεια από φυσικό δέρμα, ανασχηματισμένο δέρμα ή δέρμα βερνικωμένο «λουστρίνι» (εκτός από βαλίτσες, χαρτοφύλακες, σχολικές τσάντες και παρόμοια, σακίδια χεριού, είδη που συνήθως φέρονται στην τσέπη ή σε σακίδιο χεριού)Reisetaschen, Isoliertaschen für Nahrungsmittel oder Getränke, Toilettentaschen „Necessaires“, Rucksäcke, Einkaufstaschen, Kartentaschen, Werkzeugtaschen, Taschen für Sportartikel, Schachteln für Schmuckwaren, Besteckkästen, Etuis für Ferngläser, Fotoapparate, Filmkameras, Musikinstrumente oder Waffen und ähnl. Behältnisse, mit Außenseite aus Leder, rekonstituiertem Leder oder Lackleder (ausg. Koffer, Aktentaschen, Schultaschen und ähnl. Behältnisse, Handtaschen, Taschenoder Handtaschenartikel)

Übersetzung bestätigt

ιβ) τα είδη σελοποιίας ή σαγματοποιίας για όλα τα ζώα (κλάση 4201), τα μπαούλα, βαλίτσες, μπαουλάκια, σακίδια χεριού και άλλα παρόμοια είδη της κλάσης 4202·Sattlerwaren (Position 4201), Koffer, Handtaschen oder andere Behältnisse der Position 4202;

Übersetzung bestätigt

είδη ταξιδιού: βαλίτσες κάθε είδους, ταξιδιωτικοί σάκοι, σακίδια (1.16),Reiseartikel: Koffer, Reisetaschen (1.16),

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu βαλίτσα

βαλίτσα η [valítsa] : φορητή αποσκευή παραλληλεπίπεδου σχήματος, που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη και τη μεταφορά συνήθ. ρούχων και προσωπικών ειδών ανθρώπων που ταξιδεύουν: Δερμάτινη / πλαστική / μικρή / μεγάλη / μαύρη / κόκκινη βαλίτσα. Πού να χωρέσουν τόσα ρούχα μέσα σε μια μικρή βαλίτσα! Φτιάχνω / ετοιμάζω τη βαλίτσα μου για να ταξιδέψω. || ό,τι χωράει, περιέχεται σε μια βαλίτσα: Για μιας βδομάδας ταξίδι πήρε μαζί της πέντε βαλίτσες ρούχα. ΦΡ πάει μακριά η βαλίτσα, για κτ. που παίρνει δυσανάλογα μεγάλες, κυρίως χρονικές, διαστάσεις: Θα πάει μακριά η βαλίτσα;, θα συνεχιστεί για πολύ αυτή η υπόθεση / η κατάσταση / η ιστορία; βαλιτσάκι το YΠΟKΟΡ και ειδικότερα μικρή βαλίτσα που περιέχει επαγγελματικά σύνεργα: Tο βαλίτσα του υδραυλικού / του ηλεκτρολόγου / του τεχνίτη. βαλιτσούλα η YΠΟKΟΡ.

[ιταλ. (διαλεκτ.) *vadivcia(;) (σύγκρ. ιταλ. vadivgia, διαλεκτ. badivcia)· βαλίτσ(α) -ούλα]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback