αντανακλαστικά Adv.  [antanaklastika]

(1)

GriechischDeutsch
πιο ευέλικτη προσφορά και καλύτερα αντανακλαστικά σε περιπτώσεις προβλημάτων στην κυκλοφορία.Erhöhung der Flexibilität im Angebot und der Reaktionsfähigkeit bei Verkehrsstörungen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
ανεπίγνωστα
ασυναίσθητα
ασύνειδα
ασυνείδητα
αυτόματα
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αντανακλαστικά.



Griechische Definition zu αντανακλαστικά

αντανακλαστικά [andanaklastiká] adv (L)

reflexively, automatically:
κι ο γιατρός που έβλεπε κατάματα τη δημαρχοπούλα γέλασε κι αυτός αντανακλαστικά (Myriv) |
οι πρώτες εκδηλώσεις του ολοκληρωτισμού άρχιζαν να σχηματίζονται στη Pωσία και να προκαλούν αντανακλαστικά τα φασιστικά κινήματα της Eυρώπης (Theotokas) |
οι βιολόγοι κατέγιναν και στη συστηματική μελέτη των ανθρώπινων σχέσεων κι αντιδράσεων, που η κοινωνιολογία εξετάζει μόνο αντανακλαστικά κι όχι στη φυσιολογική τους υπόσταση (Evelpidis) |
αντανακλαστικά με συγκλόνιζαν οι ομιλίες του Πυρφόρου που πάσχει γιατί θέλοντας να συνδράμει τον άνθρωπο .. συγκρούστηκε με τον εξουσιαστή Δια (Thrylos)
[der of αντανακλαστικός; cf kath (neol Koumanoudis) αντανακλαστικώς]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback