ωχριώ  Verb  [ochrio, wxriw]

Ähnliche Bedeutung wie ωχριώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ωχριώ

... κάθαρση. O Γκροτόφσκι επιμένει ότι ο θεσμός της εκκλησίας και της πολιτείας ωχριούν μπροστά στον θεσμό του θεάτρου. Συγκρίνει το θέατρο με τη θεία λειτουργία ...

... μαχαιριών και τα άλλα φοβερά συμβάντα που έχουν αρχίσει ήδη από το 1933 ωχριούν μπροστά στα φρικαλέα γεγονότα που θα ακολουθήσουν. Μετά τον θάνατο του ...

... της Ευρώπης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που οι Ναπολεόντειες βλέψεις ωχριούν μπροστά της". Πριν τη σύναψη της Συμφωνίας του Μονάχου του είχε, επίσης ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze blass werden

... Blass ist der Familienname folgender Personen: Bill Blass (1922–2002), US-amerikanischer Modedesigner Domenico Blass (* 1966), Schweizer Drehbuchautor ...

... Die Blass-Pappelrose (Alcea biennis, Syn.: Althaea pallida), auch Blass-Stockmalve, Blass-Stockrose, Blasser Eibisch und Bleicher Eibisch genannt, ist ...

... Wolf Blass ist eine Weinkellerei und ein Weingut in Südaustralien. Wolfgang Blass wurde 1934 in Deutschland geboren. Nach der Ausbildung zum Önologen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΩΧΡΙΩ
I become pale
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ωχριώωχριούμε
ωχριάςωχριάτε
ωχριάωχριούν(ε)
Imper
fekt
ωχριούσαωχριούσαμε
ωχριούσεςωχριούσατε
ωχριούσεωχριούσαν(ε)
Aoristωχρίασαωχριάσαμε
ωχρίασεςωχριάσατε
ωχρίασεωχρίασαν, ωχριάσανε
Perf
ekt
έχω ωχριάσειέχουμε ωχριάσει
έχεις ωχριάσειέχετε ωχριάσει
έχει ωχριάσειέχουν ωχριάσει
Plu
perf
ekt
είχα ωχριάσειείχαμε ωχριάσει
είχες ωχριάσειείχατε ωχριάσει
είχε ωχριάσειείχαν ωχριάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ωχριώθα ωχριούμε
θα ωχριάςθα ωχριάτε
θα ωχριάθα ωχριούν(ε)
Fut
ur
θα ωχριάσωθα ωχριάσουμε, θα ωχριάσομε
θα ωχριάσειςθα ωχριάσετε
θα ωχριάσειθα ωχριάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ωχριάσειθα έχουμε ωχριάσει
θα έχεις ωχριάσειθα έχετε ωχριάσει
θα έχει ωχριάσειθα έχουν ωχριάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ωχριώνα ωχριούμε
να ωχριάςνα ωχριάτε
να ωχριάνα ωχριούν(ε)
Aoristνα ωχριάσωνα ωχριάσουμε, να ωχριάσομε
να ωχριάσειςνα ωχριάσετε
να ωχριάσεινα ωχριάσουν(ε)
Perfνα έχω ωχριάσεινα έχουμε ωχριάσει
να έχεις ωχριάσεινα έχετε ωχριάσει
να έχει ωχριάσεινα έχουν ωχριάσει
Imper
ativ
Presωχριάτε
Aoristωχρίασεωχριάστε, ωχριάσετε
Part
izip
Presωχριώντας
Perfέχοντας ωχριάσει
InfinAoristωχριάσει


Griechische Definition zu ωχριώ

ωχριώ [oxrió] .4α : 1. γίνομαι ωχρός, χλωμός, χλωμιάζω, εξαιτίας ενός έντονου συναισθήματος ντροπής ή φόβου: ωχριώ από φόβο / από ντροπή. Πώς μπορεί να λέει τέτοια ψέματα και να μην ωχριά από ντροπή; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ωχριώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15